
Έτσι γεννήθηκε. Κατάλαβαν το πρόβλημα από την πρώτη στιγμή· ή μάλλον ακόμη νωρίτερα, λίγες στιγμές πριν από την πρώτη στιγμή. Όλα έδειχναν φυσιολογικά την ώρα του τοκετού· όλα στην εντέλεια, αλλά εκείνη δε μετακινούταν ούτε χιλιοστό. Τι κι αν έσπρωχνε η μάνα της, τι κι αν δεν εμπόδιζε τίποτα την έξοδό της.
Τότε επενέβη ο γιατρός, αλλά έμεινε κι αυτός εκεί. Τα χέρια του δεν ξεκολλούσαν από το μωρό, και το μωρό δεν ξεκολλούσε από τη μάνα. Ένα χειρουργείο έσωσε και τους τρεις.
Η πρώτη εντολή του γιατρού, μόλις το βρέφος ήρθε στον κόσμο, ήταν να το πλύνουν καλά – καλά και να μην το ντύσουν. Φοβήθηκε πως ό,τι της φορούσανε θα κολλούσε πάνω της, και είχε δίκιο. Έτσι η μικρούλα πέρασε τις πρώτες μέρες της ζωής της γυμνή. Όταν πήγαινε στην αγκαλιά της μαμάς της κολλούσε λίγο αλλά δεν πείραζε. Φαινόταν πως το ξεκόλλημα δεν ήταν καθόλου επώδυνο, ήταν κάτι φυσικό για εκείνη.
Κι έπειτα μεγάλωσε· φυσικά δεν κυκλοφορούσε γυμνή αλλά απέφευγε να αγγίζει τους συμμαθητές της. Κάθε που ξεκολλούσε τα δάχτυλά της από τις σελίδες του βιβλίου, ένα χλααατς ακουγόταν και τα παιδιά ξεσπούσαν σε γέλια. Στην καρέκλα δεν κολλούσε, χάρη στα ρούχα της, και την ώρα της γυμναστικής έπαιζε μόνο ποδόσφαιρο, για να μη χρειάζεται να πιάσει την μπάλα· εκτός κι αν έμπαινε τερματοφύλακας, τότε η κολλώδης φύση της ήταν πολύτιμη.
Στην πρώτη της νιότη έκανε κάμπινγκ με δύο φίλες κι ένα αγόρι που της άρεσε. Το βράδυ στην παραλία όλοι ήταν άνετοι γύρω από τη φωτιά, λες και τα κουνούπια είχαν εξαφανιστεί. Μιλούσε κι εκείνη και γελούσε με το αγόρι. Κάποια σιτιγμή πλησίασε το πρόσωπό της στη φωτιά για να φιληθούν. Εκείνος την κοίταξε αρχικά με απορία κι έπειτα αηδιασμένος. Το πρόσωπό της ήταν κατάμαυρο· χιλιάδες κουνούπια ήταν κολλημένα στο λευκό δέρμα της, κάποια φτερούγιζαν ακόμα ζωντανά προσπαθώντας μάταια να ξεκολλήσουν. Έφυγε ντροπιασμένη την ίδια νύχτα, πήρε το τελευταίο ΚΤΕΛ και γύρισε στους γονείς της. Τους αγκάλιασε κι έμειναν κολλημένοι ως το επόμενο πρωί.
Στην πρώτη της δουλειά φορούσε γάντια. Έχω μια αναπηρία, είπε σε όλους και σε λίγο κανείς δεν έδινε σημασία αφού η δουλειά γινόταν. Έβγαινε με συναδέλφους, διασκέδαζαν, πήγαιναν κινηματογράφο αλλά απέφευγε να αποκτήσει πιο στενές σχέσεις.
Όλοι πίστευαν ότι είναι ψυχρή. Σε κάθε γιορτή που όλοι φιλιόντουσαν σταυρωτά εκείνη απομάκρυνε το πρόσωπό της. Θα σιχαίνεται, λέγαν, ή φοβάται μην της κολλήσουμε κάτι. Δεν ήξεραν πως εκείνη ήταν που φοβόταν μην κολλήσουν στην κυριολεξία.
Μια μέρα στη δουλειά, η Μαρία από το διπλανό γραφείο δεν άντεξε, βγήκε στο μπαλκόνι, πέρασε τα πόδια της πάνω από τα κάγκελα κι έμεινε να αιωρείται εκεί. Ήθελε λέει να βάλει τέρμα στη ζωή της. Ήταν δυστυχισμένη, απεγνωσμένη. Όλοι προσπαθούσαν να της αλλάξουν γνώμη, της έλεγαν πως η ζωή είναι όμορφη πως όλα θα φτιάξουν, ώσπου την πλησίασε εκείνη.
Έβγαλε τα γάντια της και τα χρόνια κρυμμένα από τον ήλιο και τον κόσμο, κατάλευκα χέρια της φάνταζαν τόσο ξεχωριστά, έλαμπαν στη μαυρίλα που περιτριγύριζε τον κόσμο της Μαρίας. Τα άπλωσε προς τη Μαρία και της είπε, «Δωσ’ μου τα χέρια σου, σου υπόσχομαι πως δε θα σε αφήσω.»
