Κρυμμένα

Έτσι γεννήθηκε. Κατάλαβαν το πρόβλημα από την πρώτη στιγμή· ή μάλλον ακόμη νωρίτερα, λίγες στιγμές πριν από την πρώτη στιγμή. Όλα έδειχναν φυσιολογικά την ώρα του τοκετού· όλα στην εντέλεια, αλλά εκείνη δε μετακινούταν ούτε χιλιοστό. Τι κι αν έσπρωχνε η μάνα της, τι κι αν δεν εμπόδιζε τίποτα την έξοδό της.

Τότε επενέβη ο γιατρός, αλλά έμεινε κι αυτός εκεί. Τα χέρια του δεν ξεκολλούσαν από το μωρό, και το μωρό δεν ξεκολλούσε από τη μάνα. Ένα χειρουργείο έσωσε και τους τρεις.

Η πρώτη εντολή του γιατρού, μόλις το βρέφος ήρθε στον κόσμο, ήταν να το πλύνουν καλά – καλά και να μην το ντύσουν. Φοβήθηκε πως ό,τι της φορούσανε θα κολλούσε πάνω της, και είχε δίκιο. Έτσι η μικρούλα πέρασε τις πρώτες μέρες της ζωής της γυμνή. Όταν πήγαινε στην αγκαλιά της μαμάς της κολλούσε λίγο αλλά δεν πείραζε. Φαινόταν πως το ξεκόλλημα δεν ήταν καθόλου επώδυνο, ήταν κάτι φυσικό για εκείνη.

Κι έπειτα μεγάλωσε· φυσικά δεν κυκλοφορούσε γυμνή αλλά απέφευγε να αγγίζει τους συμμαθητές της. Κάθε που ξεκολλούσε τα δάχτυλά της από τις σελίδες του βιβλίου, ένα χλααατς ακουγόταν και τα παιδιά ξεσπούσαν σε γέλια. Στην καρέκλα δεν κολλούσε, χάρη στα ρούχα της, και την ώρα της γυμναστικής έπαιζε μόνο ποδόσφαιρο, για να μη χρειάζεται να πιάσει την μπάλα· εκτός κι αν έμπαινε τερματοφύλακας, τότε η κολλώδης φύση της ήταν πολύτιμη.

Στην πρώτη της νιότη έκανε κάμπινγκ με δύο φίλες κι ένα αγόρι που της άρεσε. Το βράδυ στην παραλία όλοι ήταν άνετοι γύρω από τη φωτιά, λες και τα κουνούπια είχαν εξαφανιστεί. Μιλούσε κι εκείνη και γελούσε με το αγόρι. Κάποια σιτιγμή πλησίασε το πρόσωπό της στη φωτιά για να φιληθούν. Εκείνος την κοίταξε αρχικά με απορία κι έπειτα αηδιασμένος. Το πρόσωπό της ήταν κατάμαυρο· χιλιάδες κουνούπια ήταν κολλημένα στο λευκό δέρμα της, κάποια φτερούγιζαν ακόμα ζωντανά προσπαθώντας μάταια να ξεκολλήσουν. Έφυγε ντροπιασμένη την ίδια νύχτα, πήρε το τελευταίο ΚΤΕΛ και γύρισε στους γονείς της.  Τους αγκάλιασε κι έμειναν κολλημένοι ως το επόμενο πρωί.

Στην πρώτη της δουλειά φορούσε γάντια. Έχω μια αναπηρία, είπε σε όλους και σε λίγο κανείς δεν έδινε σημασία αφού η δουλειά γινόταν. Έβγαινε με συναδέλφους, διασκέδαζαν, πήγαιναν κινηματογράφο αλλά απέφευγε να αποκτήσει πιο στενές σχέσεις.

Όλοι πίστευαν ότι είναι ψυχρή. Σε κάθε γιορτή που όλοι φιλιόντουσαν σταυρωτά εκείνη απομάκρυνε το πρόσωπό της. Θα σιχαίνεται, λέγαν, ή φοβάται μην της κολλήσουμε κάτι. Δεν ήξεραν πως εκείνη ήταν που φοβόταν μην κολλήσουν στην κυριολεξία.

Μια μέρα στη δουλειά, η Μαρία από το διπλανό γραφείο δεν άντεξε, βγήκε στο μπαλκόνι, πέρασε τα πόδια της πάνω από τα κάγκελα κι έμεινε να αιωρείται εκεί. Ήθελε λέει να βάλει τέρμα στη ζωή της. Ήταν δυστυχισμένη, απεγνωσμένη. Όλοι προσπαθούσαν να της αλλάξουν γνώμη, της έλεγαν πως η ζωή είναι όμορφη πως όλα θα φτιάξουν, ώσπου την πλησίασε εκείνη.

Έβγαλε τα γάντια της και τα χρόνια κρυμμένα από τον ήλιο και τον κόσμο, κατάλευκα χέρια της φάνταζαν τόσο ξεχωριστά, έλαμπαν στη μαυρίλα που περιτριγύριζε τον κόσμο της Μαρίας. Τα άπλωσε προς τη Μαρία και της είπε, «Δωσ’ μου τα χέρια σου, σου υπόσχομαι πως δε θα σε αφήσω.»

Το πνεύμα του σπιτιού

Ήταν πολύ καλό στο να κρύβεται στις γωνιές. Σε σκιές που κάναν τα βαριά έπιπλα· πίσω από τις κουρτίνες· κάτω από κρεβάτια με ελάσματα. Σπάνια έκανε αισθητή την παρουσία του· όταν κάπου υπήρχε πολλή σκόνη και δεν μπορούσε να κρατήσει το φτάρνισμα του, τότε όποιος ήταν κοντά έβλεπε τον αέρα να κινείται, κι οι πιο προσεκτικοί άκουγαν ένα μικρό ατσιού.

Κατοικούσε σε αυτό το σπίτι για περισσότερα από τετρακόσια χρόνια. Είχε εμφανιστεί όταν η οικογένεια, που το έχτισε, μάζεψε πολλές αναμνήσεις, άλλες καλές κι άλλες άσχημες, γέννες θανάτους, γέλια και κλάματα, γιορτές και αρρώστιες. Για κάποια χρόνια, όλα αυτά συγκεντρώνονταν κάτω από την στέγη. Κι όταν έγιναν παρά πολλά συμπιέστηκαν κι από εκεί γεννήθηκε αυτό το πνεύμα του σπιτιού.

Τα πρώτα χρόνια ήταν μικρό, μα όσο νέοι άνθρωποι και οικογένειες εναλλάσσονταν εκεί μέσα, τόσο αυτό έπαιρνε απ’ όλους τους και μεγάλωνε. Σοφό δε γινόταν, γιατί τη σοφία σπάνια τη συναντούσε σε ανθρώπους. Κουβαλούσε απλώς ό,τι είχαν κουβαλήσει αυτοί πριν. Ό,τι άφηναν απ’ τους ώμους τους όταν έφταναν στη σιγουριά του σπιτιού τους και των ανθρώπων τους.

Τα τελευταία, όμως, πενήντα χρόνια δεν είχε συναντήσει κανέναν άνθρωπο. Το σπίτι είχε εγκαταλειφθεί. Τα βράδια, μαζεύονταν απ’ έξω παιδιά, με φακίδες στο πρόσωπο, και ούρλιαζαν «στοιχειωμένο» πετώντας πέτρες κι ό,τι άλλο έβρισκαν στα παράθυρα. Κι αυτό ήταν μέσα ολομόναχο, δίχως να καταλαβαίνει γιατί ήταν τόσο κακό να στοιχειώνει ένα σπίτι. Θεωρούσε την ύπαρξή του ως απόδειξη πως εκεί μέσα κάποτε υπήρχε πολλή ζωή.

Οι μέρες κι οι νύχτες του ήταν πια βαρετές· δεν είχε να κρυφτεί από κανέναν. Τριγύριζε και πότε ποτέ τραγουδούσε, και το τραγούδι του ξέφευγε από τα σπασμένα τζάμια των παραθύρων και χόρευε ανάμεσα στα δέντρα του κήπου. Ώσπου εκείνο το πρωί, άνθρωποι πολλοί μαζεύτηκαν απ’ έξω. Πως θα κατεδαφίσουν το σπίτι λέγανε, για να χτίσουν ένα νέο στη θέση του. Μα το πνεύμα χωρίς σπίτι δεν μπορούσε να υπάρχει. Ο έξω κόσμος το τρόμαζε, μόνο κάτω από τη σκεπή έβρισκε ασφάλεια.

Άλλη λύση δεν έμενε, από το να μετακομίσει, να πάει στο πιο κοντινό σπίτι· σε αυτό που ήταν ακριβώς δίπλα. Θα έβγαινε τη νύχτα από το παράθυρο της σοφίτας και θα ακολουθούσε τις κορυφές των δέντρων· έτσι από κλαδί σε κλαδί, ανάμεσα από σκιουράκια, θα περνούσε τον φράχτη και θα ακουμπούσε το άλλο σπίτι. Εκεί θα περίμενε υπομονετικά, μέχρι που κάποιος θα άνοιγε το παράθυρο, και με την πρώτη ευκαιρία θα έμπαινε μέσα.

Είχε ενθουσιαστεί με την ιδέα πως θα ξαναέχει γύρω του ανθρώπους, ή και μικρά παιδιά, ή ζώα που θα αντιλαμβάνονταν την παρουσία του. Μπορεί κάποιο από αυτά να έπαιζε μαζί του. Φανταζόταν τον εαυτό του να γλιστράει σε σκάλες μ’ έναν παιχνιδιάρη σκύλο να το κυνηγάει.

Έτσι και έκανε, μόλις νύχτωσε πήγε στο άλλο σπίτι, και μετά από λίγο, που είδε ένα παράθυρο να ανοίγει, δεν έχασε την ευκαιρία. Μπήκε μέσα· το σπίτι αυτό ήταν πιο μεγάλο· αν κι είχε θέρμανση, με τζάκια να καίνε σε κάθε δωμάτιο, το ένιωθε πιο κρύο απ’ το δικό του. Παιδιά δεν υπήρχαν για να παίξει, ούτε και ζώα, μονάχα ένα ζευγάρι. Κρύφτηκε πίσω από μια βελούδινη κουρτίνα και περίμενε.

Για ώρες το σπίτι ήτανε βουβό, κι έπειτα φωνές και κλάματα· χτύποι από γροθιές· σίδερα βγαίναν από ένα τζάκι στα χέρια του άντρα και μετά πέφταν με ορμή πάνω στο σώμα της γυναίκας. Έμεινε πίσω απ’ την κουρτίνα, ως που είδε πως στο ταβάνι υπήρχαν πολλά πνεύματα· δεν του έμοιαζαν όμως καθόλου. Ήταν όλα τους φριχτά, όλα είχαν το θυμωμένο πρόσωπο εκείνου του άντρα, κι όλα στρίγγλιζαν σαν εκείνη τη γυναικά.

Έμεινε εκεί, κρυμμένο για χρόνια, μέχρι το ζευγάρι να χαθεί. Έλπιζε πως μαζί τους θα χάνονταν και τα πνεύματα αυτά. Κι ύστερα ήρθαν κι άλλες οικογένειες μα φεύγαν όλες γρήγορα. Κανένας άνθρωπος δεν έμεινε να γαληνέψει αυτά τα πνεύματα. Κι αυτό, μάλλον, είναι ακόμη εκεί και περιμένει.

Επιστροφή στο ροζ συννεφάκι

Mια φορά κι έναν καιρό, έτσι δε ξεκινάνε όλες οι όμορφες ιστορίες; Αν πρόκειται να εξαναγκάσεις μια ιστορία να γίνει όμορφη, πρέπει να ξεκινήσεις έτσι. Θαρρείς κι αυτή η φράση είναι από μόνη της ικανή να διώξει την σκιά. Ή έστω να την αφήσει για λίγο, έτσι για την ατμόσφαιρα, την αγωνία, αλλά να είναι εγγυημένο το αίσιο τέλος, γιατί τι είναι ένα παραμύθι χωρίς καλό τέλος; μια πραγματικότητα, και γιατί να γράψει κανείς για την πραγματικότητα; Αφού την ζούμε όλοι κάθε μέρα και κάθε λεπτό της.

Γι αυτό στα παραμύθια ανοίγουν κλειδαριές, αυτές που οδηγούν σε άλλα, χαρωπά μέρη, σε ήρωες, στο σκέτο καλό ή στο απόλυτο κακό. Εκεί που μπορείς να ξεχωρίσεις την χαρά από την λύπη, που δεν αναρωτιέσαι ποτέ πως αισθάνεσαι ή αν ο δράκος θέλει το καλό σου, αν ο πρίγκιπας θα μεταμορφωθεί σε βάτραχο, αν μετά το ‘ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, θα χάσεις το παλάτι σου σ ένα καθυστερημένο δικαστήριο. Κάπου εκεί θα πρέπει από πριγκίπισσα να γίνεις οικονομική μετανάστρια, με τα όνειρα σου φορτωμένα σ ένα αεροπλάνο, ανάμεσα σε σάμσονάιτ βαλίτσες που κουβαλάνε την αυτοπεποίθηση ανθρώπων από ήπειρο σε ήπειρο. Κι αν φτάσεις ποτέ στο νέο σου προορισμό, για να επιβιώσεις θα πρέπει να έχεις έτοιμη μια σπουδαία ιδέα, δεν θα αρκεί βλέπεις που ήσουν πριγκίπισσα, εκεί δεν θα σε γνωρίζει κανείς. Θα γίνεις μια μέλισσα απ’ τις πολλές, που αν δε μπορείς να συνεργαστείς και να προσφέρεις μέλι δεν θα έχεις καμιά θέση στην κυψέλη. 

Ήδη αναπολείς το παραμύθι, μπορείς οποιαδήποτε στιγμή να επιστρέψεις σε αυτό μόνη σου, μη περιμένεις από αυτόν που γράφει την ιστορία να σε λυπηθεί και να σε ανεβάσει σ ένα ουράνιο τόξο που θα σε πάει πίσω στο παλάτι σου. Τα ουράνια τόξα είναι βλέπεις για τους μονόκερους, εσύ πρέπει να πάρεις το ίδιο αεροπλάνο, εκεί που για να ανέβεις πρέπει να περιμένεις υπομονετικά στην ουρά, να ελέγξουν αν είσαι όποια ισχυρίζεσαι πως είσαι, να δουν αν μοιάζεις ακόμα με την πριγκίπισσα που είναι στη φωτογραφία του διαβατηρίου σου, μπορεί ακόμα και να τεστάρουν μήπως μολύνθηκες από ιούς που θα σκορπίσουν το σκοτάδι στο πολύχρωμο, παραμυθένιο βασίλειο σου. Δεν καταλαβαίνουν πως δε γίνεται να μην έχεις μολυνθεί, πως και μια μέρα να ζήσει κανείς στη πραγματικότητα, πια δεν μπορεί να πει πως δεν ήξερε. 

Κι αφού τα εξηγήσεις όλα αλλά κυρίως κρύψεις πως όχι μόνο κουβαλάς πλέον ιούς αλλά έχεις γίνει ένας ιός από μόνη σου, παίρνεις το πολυπόθητο εισιτήριο, βρίσκεσαι στην καμπίνα του αεροσκάφους, βλέπεις πως τα μαύρα σύννεφα γίνονται σιγά σιγά κόκκινα, και μετά κίτρινα και μετά κατάλευκα, και στο τέλος ροζ και σιέλ, ενώ ήδη ξεχωρίζουν κι οι πύργοι του παλατιού σου, και κάτω από τους ψηλούς πύργους οι πολεμίστρες. Αυτοί που βρίσκονται πάνω τους όμως δεν είναι μουσικοί που παρατάχθηκαν για να σε υποδεχτούν αλλά τοξότες. Τοξότες που ρίχνουν όσα βέλη υπάρχουν στο βασίλειο, βέλη που τρυπάνε το αεροπλάνο, μαγκώνουν στους κινητήρες του, σπάνε τα φινιστρίνια του, και το ρίχνουν, μαζί με σένα και μ όλους όσους τόλμησαν μετά απ’ όλα αυτά να θελήσουν να ξαναζήσουν στο παραμύθι και να ποτίσουν με τις σκιές τους και τη θνητή μυρωδιά τους, αυτόν τον ζαχαρένιο κόσμο.

Βαβέλ

Τους συναντάω καθημερινά, είναι αναπόσπαστο συστατικό της κάθε μέρας μου. Περνάμε μαζί το μεγαλύτερο κομμάτι της, μιλάμε ακατάπαυστα, ο καθένας προσπαθεί να πει περισσότερες λέξεις από τον άλλο κι όλοι μαζί επιδιδόμαστε σε κάτι σαν διαγωνισμό. Ο νικητής σαφώς θα είναι όποιος είπε τα περισσότερα, αυτός με τον οποίο συμφώνησαν οι περισσότεροι. Είμαι καλή σε αυτό το παιχνίδι. Όταν κοιτάζουμε τα στατιστικά βλέπουμε πως προηγούμαι αρκετές εκατοστιαίες μονάδες. Δικαιούμαι το έπαθλο. Καμιά φορά σκέφτομαι τι έχουν πει οι υπόλοιποι, δε θυμάμαι τίποτα. Τους ρωτάω αν θυμούνται τι έχω πει εγώ, το απόλυτο κενό. Κι άλλες φορές όσο συζητάμε προσπαθώ να καταλάβω μάταια τι λένε, κι όμως ένας παρατηρητής θα έβλεπε μια άρτια επικοινωνία, μια άψογη συνεννόηση. Όλες οι λέξεις που αρθρώνουν μου είναι γνωστές, και σ’ αυτούς επίσης οι δικές μου, μιλάμε την ίδια γλώσσα κι όμως δεν καταλαβαινόμαστε. Δεν θέλουμε να καταλάβουμε. Θέλουμε απλά να πούμε περισσότερα από τους άλλους. 

Είμαστε ένα συνοθύλευμα άγουρων απόψεων που με κάποιο τρόπο τα καταφέρνει να παράγει έργο. Έργο αντίστοιχο του επιπέδου των ιδεών και της μηδενικής μας ενδοεπικοινωνίας, φαινόμαστε όμως παραγωγικοί, ακόμα και σπουδαίοι. Χτίζουμε τον δικό μας πύργο της Βαβέλ κι είναι πραγματικά θεόρατος, τόσοι όροφοι, τόσοι χώροι, τόσα τετραγωνικά, λίγο ακόμα και θα ακουμπήσουμε τον ουρανό. Σε κάποια απ τις πρώτες μας συζητήσεις σίγουρα θα ορίσαμε το γιατί φτιάχνουμε αυτόν τον πύργο, ποιοι θα κατοικήσουν σε αυτόν, τι θα φιλοξενεί ο κάθε όροφος κι η κάθε κάμαρα. Σίγουρα αποφασίσαμε και το τι θα κάνουμε μόλις αγγίξουμε τον ουρανό, ποιο θα είναι το επόμενο βήμα μας, γιατί θα τον αγγίξουμε και τι περιμένουμε απ’ αυτό. Και εγώ  βέβαια θα είχα μεγάλη συμμετοχή σε αυτές τις αποφάσεις με τις αμέτρητες λέξεις μου. Μα κανείς μας δεν θυμάται πια τίποτα απ’ όλα αυτά κι ούτε θεωρούμε πως έχουν σημασία.

Φοβάμαι πια να ρωτήσω τους υπόλοιπους, να μάθω αν πιστεύουμε τα ίδια, αν χτίζουμε το ίδιο οικοδόμημα ή ο καθένας το δικό του. Άλλωστε ο σκοπός τώρα είναι να παράξουμε και τα πάμε άριστα σε αυτό, τα τούβλα μπαίνουν γρήγορα γρήγορα το ένα πάνω στο άλλο, δεν έχει σημασία αν η θέση τους είναι σωστή, αρκεί που ο πύργος μας ψηλώνει. Αρκεί που από μακριά δείχνει εντυπωσιακός και που μας σηκώνει όλους πάνω του, μας αντέχει. Αντέχει και τις εξυπνάδες μας, τις δήθεν καινοτομίες μας, τις πολύχρωμες σημαιούλες που βγάζουμε πότε πότε από τα παράθυρα του για να εκφράσουμε την επιτυχία μας. Ο ουρανός μας φαίνεται τόσο κοντά, κανείς δεν μας είπε ακόμη πως είναι πολύ ψηλότερα απ’ όσο νομίζουμε, πως κανένα ανθρώπινο δημιούργημα δεν επιτρέπεται να τον φτάσει. Πως απλά όσο αυξάνουμε το ύψος του πύργου μας τόσο πιο πιθανό είναι να σαρίσει από το βάρος του, τόσο πιο δυνατοί άνεμοι χτυπάνε και σείουν  τους πανύψηλους τοίχους του. Τόσο πιο μακριά βρισκόμαστε από τους αρουραίους που ροκανίζουν στα υπόγεια τα θεμέλια του και δεν μπορούμε πια να τους ακούσουμε. Αλλά ακόμα κι αν όλα αυτά μας τα είπαν κάποτε, κανείς μας δεν τα άκουσε, αφού όλοι μιλάμε την ίδια γλώσσα αλλά και όλοι ακούμε διαφορετικές.

Φύγε

Του ζήτησα να φύγει, δεν θυμάμαι τον λόγο, έχει περάσει τόσος καιρός. Δεν θυμάμαι ποια κατεύθυνση πήρε, τι είχαμε πει πριν, τι φορούσε όταν έφυγε. Για ένα πράγμα όμως είμαι σίγουρη, πως έφυγε χωρίς να φέρει αντίρρηση, χωρίς να προσπαθήσει να με μεταπείσει. Τις πρώτες μέρες όλοι με ρωτούσαν που είχε πάει. Αρχικά προσπάθησα να κρύψω την φυγή του, «να εδώ ήταν, μόλις τον έχασες», «ήταν κουρασμένος και κοιμάται» «δεν ξέρω που είναι, κάπου θα πετάχτηκε». Οι ερωτήσεις τους όμως έγιναν επίμονες, η απουσία του είχε γίνει μεγάλη και δεν κρυβόταν, όπως και το ανήσυχο βλέμμα μου. 

Ήταν μαζί μου κι ήταν δικό μου χρέος να γνωρίζω που πήγε, η απάντηση πως απλά έφυγε δεν ικανοποιούσε κανέναν τους. Θέλοντας να μάθουν περισσότερα, τους αποκάλυψα πως εγώ του ζήτησα να φύγει, και τότε ξαφνικά βρήκαν κάποια να κατηγορήσουν. Όλη τους η ανησυχία για εκείνον βρήκε έναν στόχο εκτόνωσης. Ήμουν εγώ που τον έδιωξα και δεν μπορούσαν πια να τον δουν και να τον ακούσουν, να μάθουν αν είναι καλά. Μα ούτε αυτό τους ήταν αρκετό, εγώ δεν ήμουν μόνο αυτή που τον έδιωξε αλλά ίσως να ήμουν κι αυτή που τον κρατάει μακριά, αυτή που τον εξαφάνισε, που έσβησε κάθε ίχνος του από τη Γη. Αυτή που τον δολοφόνησε και τον πέταξε σε μια λίμνη, ή αυτή που τον τεμάχισε και τον έκανε γιαχνί, ή μήπως αυτή που τον πούλησε σε εμπόρους οργάνων ή τον αντάλλαξε με εξωγήινους για το μυστικό της μακροζωίας; 

Πάνω μου συγκεντρώθηκαν όλα τα κακά, και δεν έχαναν ευκαιρία να το διαλαλούν απ άκρη σ’ άκρη. Κάπως έτσι ξέχασαν και την απουσία του, το ότι τον ψάχνουν. Το ενδιαφέρον τους μετατοπίστηκε από εκείνον σε εμένα και όλη τους η προσπάθεια επικεντρώθηκε στο να ανακηρυχθώ η σατανικότερη γυναίκα που πέρασε ποτέ, παρά στις αναζητήσεις τους. 

Τους έδειχνα τις κάρτες που μου έστελνε, την πρώτη από την Κωνσταντινούπολη, την επόμενη από την Καισάρεια και μετά το Χαλέπι, τη Βηρυτό, τη Μεδίνα, τη Τζέντα. Τους έδωσα να διαβάσουν για όλο αυτό το ταξίδι που αποφάσισε να κάνει πεζός, μα λέγαν πως αυτός δεν είναι ο γραφικός του χαρακτήρας κι ότι κατασκεύασα αυτή την ιστορία, με αυτό το παράλογο ταξίδι, για να καλυφθώ. Μα εγώ ήξερα πως ήταν αλήθεια, πως ήσουν εσύ που τις έστελνες, πως ήσουν εσύ που ήθελες να χαθείς στα βάθη της Ασίας, να πατήσεις σε μέρη για τα οποία διάβασες, που τα φαντάστηκες, κι αυτό μου αρκούσε. Δεν ξέρω ακόμη αν είμαι εγώ ο λόγος για όλα αυτά τα χιλιόμετρα ή απλά η αφορμή, κι ούτε μ ενδιαφέρει, μου αρκεί πως φαίνεται να βρίσκεις πια τον εαυτό σου, αυτόν που έχασες ή αυτόν που δεν είχες βρει ποτέ. 

Δεν έχεις μάθει πως σε περιμένω, πως όταν επιστρέψεις δε θα με βρεις στο σπίτι μας αλλά σε ένα κλειδωμένο δωμάτιο. Ελπίζω να σου το πουν εκείνοι που με έκλεισαν εδώ, εκείνοι που ταυτοποίησαν πως αυτό το πτώμα που βρέθηκε κοντά στο εξοχικό μας ήσουν εσύ. Δεν τους πιστεύω, δεν ήσουν εσύ, εσύ είσαι κάπου εκεί έξω κι όταν αισθανθείς έτοιμος θα επιστρέψεις.

Χριστουγεννιάτικη ιστορία;

Όλα ήταν σχεδιασμένα, ο Γιώργος κι η Μαρία, αγαπιόνταν από παιδιά, θα παντρευόταν και γρήγορα η Μαρία θα γεννούσε τον μικρό Μιχάλη. Ο Μιχάλης θα ζούσε μέσα σε μια ευτυχισμένη οικογένεια, με την προσοχή και την φροντίδα όλων και θα περνούσε πολλά, πολλά τρισευτυχισμένα Χριστούγεννα κάτω από ένα δέντρο, στολισμένο με πράσινα και κόκκινα λαμπιόνια, τρώγοντας γλυκά και περιμένοντας τα δώρα του από τον Άη Βασίλη. 

Η Μαρία όμως και ο Γιώργος τσακώθηκαν, χρόνια πριν παντρευτούν. Εκείνη έφυγε για σπουδές σε άλλη χώρα κι ο Γιώργος έπιασε δουλειά σε μια άλλη πόλη, μακριά από την δική τους. Εκεί που ζούσαν, γνώρισαν κάποιους άλλους ανθρώπους και έκαναν δυο οικογένειες και κάποια παιδιά. Ο μικρός Μιχάλης δε γεννήθηκε ποτέ, αφού ήταν προορισμένος να δημιουργηθεί από τον Γιώργο και τη Μαρία. 

Όλα αυτά τα παιδιά που τελικά δε γεννιούνται ποτέ, βρίσκονται σε ένα ξεχωριστό μέρος του σύμπαντος, είναι σα να υπάρχουν, αλλά παράλληλα δεν υπάρχουν. Περιμένουν εκεί υπομονετικά τη σειρά τους για να γεννηθούν, αλλά πολλές φορές, κάτι πάει στραβά στη Γη και ξεμένουν εκεί. Κι έτσι ενώ έχουν ονόματα, μορφές, γονείς κι έτοιμες σχεδόν ζωές, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν γίνεται πράξη. Μένουν εκεί για κάποια χρόνια κι αν οι μελλοντικοί γονείς τους δεν συναντηθούν τελικά ποτέ, εξαφανίζονται και κανείς δε γνωρίζει τι συμβαίνει παρακάτω.

Ήταν Χριστούγεννα κι ο Μιχάλης βρισκόταν εκεί, μαζί με άλλα παιδιά που ήταν σαν κι αυτόν. Γύρω τους δεν υπήρχε χιόνι, τραγούδια, χαρές, αγάπη, φαγητά, στολίδια και παιχνίδια. Μόνο κάποια βαρετά σύννεφα που μπορούσαν να χοροπηδάνε άσκοπα απ’ το ένα στο άλλο. Μερικές φορές αυτά τα παιδιά μιλούσαν μεταξύ τους, σχεδίαζαν τις ζωές που θα κάνουν μόλις γεννηθούν, γκρίνιαζαν για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή απογοητευόταν πως δεν θα έχουν ποτέ την ευκαιρία τους στη Γη. Αυτά σκεφτόταν κι ο Μιχάλης, βλέποντας πως οι δρόμοι του Γιώργου και της Μαρίας είχαν χωρίσει, πως οι γονείς του μεγάλωναν ανησυχητικά και πως είχαν δημιουργήσει δυο ξεχωριστές οικογένειες που μετρούσαν ήδη συνολικά τρία παιδιά. Έβλεπε αυτά τα τρία παιδιά να παίρνουν την αγάπη του Γιώργου και της Μαρίας, να τρώνε τα μελομακάρονα των γιαγιάδων του, να παίζουν, κάτω από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, με δώρα που θα έπρεπε να είναι δικά του. 

Αυτές τις λίγες μέρες του χρόνου, τα αγέννητα παιδιά επιτρεπόταν να κατέβουν στη Γη ως καλικάντζαροι και να κάνουν όποια αταξία ήθελαν, έτσι για να ζήσουν λίγο κι αυτά το κλίμα των Χριστουγέννων. Και ο μικρός Μιχάλης αυτή τη φορά προσγειώθηκε στη Γη έχοντας σχέδιο. Θα χώριζε τον Γιώργο και τη Μαρία από τις οικογένειες τους και θα φρόντιζε να ξανασυναντηθούν ώστε σύντομα να τον φέρουν στον κόσμο ως πραγματικό παιδί. 

Επισκέφτηκε πρώτα το σπίτι του Γιώργου, χρωμάτιζε τα πουκάμισα του με κραγιόν κι άδειαζε τα λεφτά από τις τσέπες του. Η σύντροφος του Γιώργου δεν ήξερε τι να πιστέψει, κάθε μέρα το ζευγάρι καυγάδιζε, ώσπου συμφώνησαν να περάσουν εκείνα τα Χριστούγεννα χωριστά για να ηρεμήσουν. Ο Γιώργος άφησε την οικογένεια του και πήγε στο πατρικό του στην μακρινή γενέτειρα πόλη του. Μετά ο Μιχάλης έκανε περίπου τα ίδια και στη Μαρία, έριχνε μέσα στο φαγητό που μαγείρευε τόνους αλατιού και γέμιζε με λάσπες τα φρεσκοπλυμένα ρούχα. Ο σύζυγος της Μαρίας πίστεψε πως η αγαπημένη του περνάει έναν νευρικό κλονισμό και της πρότεινε να περάσει τις γιορτές με τους γονείς της στην Ελλάδα, που είχε άλλωστε και καιρό να τους δει.

Το δυσκολότερο μέρος του σχεδίου ο Μιχάλης το είχε καταφέρει, ο Γιώργος κι η Μαρία βρισκόταν μόνοι, θυμωμένοι κι απογοητευμένοι από τους συντρόφους τους, στην μικρή πόλη τους. Το να συναντηθούν ήταν απλό παιχνιδάκι. Και έτσι έγινε, ο Γιώργος κάλεσε τη Μαρία για δείπνο, συζητούσαν για τα παλιά, θυμήθηκαν πόσο ερωτευμένοι ήταν ως έφηβοι, πόσο πιθανό ήταν να είχαν γίνει οικογένεια κι οι δυο όμως συνειδητοποίησαν πόσο ευτυχισμένοι ήταν με τις οικογένειες που είχαν ήδη δημιουργήσει και πόσο τους λείπουν τα παιδιά τους. Μπορεί εν τω μεταξύ να θυμήθηκαν και λίγο περισσότερο το νεανικό τους έρωτα, σε κάθε περίπτωση όμως πήραν τις προφυλάξεις τους. Εν τέλη, επέστρεψαν κι οι δυο στα σπίτια και στις οικογένειες τους κι ο Μιχάλης επέστρεψε απογοητευμένος στο μέρος της αναμονής, όπου έζησε ή δεν έζησε λίγα χρόνια ακόμα, μέχρι που ενδεχομένως γεννήθηκε ως πραγματικό μωρό άλλων γονιών, όχι ως μικρός Μιχάλης αλλά ίσως ως Νίκος, ή Ελενίτσα, ή μπορεί και όχι. 

Να σας γνωρίσω τον Φλουξ

Κάθε φορά και σε όλους τους καιρούς υπήρχε ο Φλουξ. Είχε δει να γεννούνται όλα τα μωρά των ανθρώπων, κι όλα τα ηφαίστεια να εκρήγνυνται. Είχε κάνει παρέα με δεινοσαύρους. Είχε περπατήσει από την Αμερική ως την Αφρική, όταν ακόμη οι δυο ήπειροι ενώνονταν με στεριά. Είχε ζήσει πάνω στη Γη πριν αυτή αποκτήσει το φεγγάρι της. Κάποιοι λένε πως είχε δει και την δημιουργία του Ήλιου. Το πως μετατράπηκε από ένα νέφος αερίων σε αυτό το λαμπερό τεράστιο άστρο που είναι σήμερα. Ο Φλουξ ήταν φτιαγμένος από τα ίδια αέρια, κι εκείνες τις μέρες έκλεινε 2 δις έτη και 3 μήνες ζωής. Δεν έμοιαζε με τίποτα απ’ όσα ξέρουμε αλλά μπορούσε να πάρει όποια μορφή ήθελε. Να γίνει μια ψηλή βουνοκορφή και να ατενίζει μακριά, να γίνει ένα μικρό παιδάκι και να τρώει μαρμελάδα βατόμουρου και μετά να παίζει μπάλα, να γίνει δελφίνι και να κάνει τα μεγαλύτερα μακροβούτια, να γίνει χιμπατζής και να χοροπηδάει από δέντρο σε δέντρο ή να γίνει άλμπατρος και να πετάει πάνω από όμορφες ακτογραμμές. 

Παρ’ όλο που η ζωή του ήταν τόσο συναρπαστική, ο Φλουξ ήταν υπερβολικά γκρινιάρης. Δεν του άρεσε τίποτα, τα είχε βαρεθεί όλα. Και δεν είχε άδικο, γιατί όλα αυτά τα χρόνια που ζούσε είχε δοκιμάσει τα πάντα. Τελευταία έπαψε να μεταμορφώνεται σε σπουδαία είδη ζώων και πότε γινόταν χαρτί τουαλέτας, σφραγίδα στα χέρια ενός υπαλλήλου ή κατσαβίδι που όλη μέρα το χρησιμοποιούσαν για να βιδώνουν σε ένα εργοστάσιο. Ο Φλουξ δεν χρειαζόταν να τρώει, όμως για να επιβιώσει έπρεπε κάθε μέρα να ρουφάει μπόλικο διοξείδιο του άνθρακα. Το έβρισκε στα φυτά τις νύχτες που αυτά τέλειωναν με τη φωτοσύνθεση τους. 

Έτσι κι εκείνο το βράδυ μεταμορφώθηκε σε κολεόπτερο και μπήκε μέσα σ έναν γεροπλάτανο που έστεκε στη μέση της πλατείας ενός μικρού χωριού. Τρύπωσε από ένα μικρό σκίσιμο του κορμού του κι ανέπνεε διοξείδιο με την ψυχή του. Αναλογιζόταν τη ζωή, το πόσα θαυμαστά είχαν δει τα μάτια του και το πόσα ακόμη πρόκειται να δει. Ξαφνικά ο πλάτανος άρχισε να σείεται, σκέφτηκε πως γινόταν σεισμός, όμως αμέσως άρχισαν να ακούγονται εκκωφαντικοί ήχοι. Ο Φλουξ παραλίγο να στραβοκαταπιεί το διοξείδιο και να πνιγεί, αλλά ηρέμησε κάπως κι αφουγκράστηκε καλύτερα. Μουσικές ήταν αυτά που ακουγόταν, βιολιά, νταούλια, κιθάρες και κόσμος πολύς να τραγουδάει, να γελάει να φωνάζει. Κόλλησε το μάτι του σε μια μικρή τρυπίτσα του κορμού και κατάφερε να δει τι συνέβαινε έξω. Έμοιαζε με πανηγύρι, όλοι οι κάτοικοι του χωριού ήταν μαζεμένοι στην πλατεία γύρω από τον πλάτανο, κι άλλοι ακόμη, ξένοι. Αρνιά γύριζαν στις σούβλες, παιδιά τρέχαν ευτυχισμένα κρατώντας μαλλί της γριάς και πολύχρωμα μπαλόνια. 

Ο Φλουξ μισούσε τα πανηγύρια και τη φασαρία. Δεν άντεχε να βγει απ τον κορμό γιατί ήξερε πως αυτός τον προστάτευε κάπως απ τον θόρυβο. Εκτός αυτού ως κολεόπτερο κινδύνευε απ’ τους ανθρώπους. Τι θα γινόταν αν κάποιο παιδάκι τον έβλεπε και φώναζε «μαμάαααα ένα τρομακτικό έντομο, σκότωσε το!»; Έτσι έμεινε εκεί και σκεφτόταν πως να γλιτώσει από το κακό. Δεν μπορούσε να περιμένει όλη τη νύχτα γιατί δεν θα το άντεχε. Τελικά του ήρθε μια ιδέα, ανέβηκε στην κορυφή του πλατάνου, σύρθηκε στην άκρη ενός φύλλου και βγήκε από εκεί μεταμορφωμένος σε ατμό. Κανείς δε κατάλαβε τίποτα γιατί παντού υπήρχε καπνός τσίκνας από το ψήσιμο. Ανέβηκε ψηλά στον ουρανό έγινε σύννεφο κι άρχισε να βρέχει πολύ δυνατά. Όσοι ήταν στο πανηγύρι έτρεξαν για τα σπίτια τους. Τα όργανα σταμάτησαν, οι σούβλες μαζεύτηκαν. Μέσα σε λίγα λεπτά στην πλατεία επικράτησε απόλυτη ησυχία κι έτσι Φλουξ ξαναμπήκε στον πλάτανο, αυτή τη φορά ως κοριός και συνέχισε να ρουφάει το διοξείδιο του άνθρακα που τόσο ήθελε.

Κοίταξε τον ΄Ηλιο

Χαρά απερίγραπτη κατέκλυσε το μικρό ξύλινο σπιτάκι, σ’ εκείνη την κρυμμένη γωνιά του δάσους. Ένα μωρό γεννήθηκε, από δυο ευτυχισμένους ανθρώπους και τα γέλια τους πέρασαν ανάμεσα από τους ξύλινους κορμούς των τοίχων, κι από ήχοι γίναν μυρωδιές βανίλιας, καραμέλας και ζαχαρωτών, που μόλις μπήκαν στα ρουθούνια των αλεπούδων, στους αισθητήρες των πεταλούδων και στους πόρους των φύλλων των πλατάνων και των βατομουριών, όλο το δάσος αναζωογονήθηκε και έδειχνε να γιορτάζει μαζί τους. Ο ήλιος έριχνε κι αυτός τις αχτίδες του και ζέσταινε το μικρό σπιτάκι και το μωρό μεγάλωνε όχι μόνο στην αγκαλιά των γονιών του αλλά και όλων των πλασμάτων του δάσους, της φύσης κι όλης της πλάσης.

Χρώματα πολλά και διαφορετικά άρχισε να αποκτά το μωρό που χε γίνει πια παιδάκι, καθώς τριγύριζε μέσα στο δάσος. Πότε έκανε τσουλήθρα πάνω σε βρύα και γινόταν βαθύ πράσινο, πότε κρυβόταν σε φτέρες και ήταν θα έλεγες λαχανί, πότε έτρωγε φράουλες και όλο το πρόσωπο του γινόταν ροζ και πότε βουτούσε στο ποτάμι και γινόταν ένα μ’ αυτό. Του άρεσε να μαθαίνει, να αλλάζει, να μιμείται τη φύση και τα ζώα που το περιέβαλαν. Διέκρινε τις φωνές των τσαλαπετεινών, των ασβών και των σκαντζόχοιρων, μπορούσε ακόμα να καταλάβει και κάποιες λέξεις τους. Έμαθε απ’ αυτούς μυστικά του δάσους, όπως ποια δέντρα βγάζουν τα νοστιμότερα φρούτα και ποια ώρα της ημέρας το κάθε λουλούδι μυρίζει περισσότερο. 

Στην αρχή της ζωής του όμως ήταν ακόμα και κατάλαβε πως το δάσος που τον μεγάλωνε δεν θα ήταν για πάντα αρκετό. Πως έπρεπε να βγει έξω απ’ αυτό, να γνωρίσει κι άλλους ανθρώπους, να μελετήσει τις ανθρώπινες επιστήμες, να γίνει κάτι. Έτσι χαιρέτησε τους γονείς του που είχαν πια γεράσει, χαιρέτησε τα δέντρα, τους θάμνους και τα μυρμήγκια, χαιρέτησε μέχρι και τον ήλιο γιατί εκεί που πήγαινε δεν θα προλάβαινε να τον βλέπει. Πήγε στην πόλη, περνούσε τις μέρες του σε μεγαλοπρεπή κτίρια, μελετούσε σε κρύες βιβλιοθήκες, έβλεπε ανθρώπους πολλούς μα δεν μιλούσαν τόσο όσο τα ζώα του δάσους. Είχε αρχίσει να ξεχνάει ακόμη και την ύπαρξη του ήλιου, αφού όταν πήγαινε από το ένα κτίριο στο άλλο ή θα ήταν κρυμμένος πίσω τους, ή θα ήταν ήδη νύχτα ή αμελούσε απλά να τον κοιτάξει. Κι έτσι μεγάλωνε και μεγάλωνε και μεγάλωνε, κι όντως έγινε ένας σπουδαίος και χρήσιμος άνθρωπος που πάντα σκεφτόταν πως έπρεπε να πάει πίσω στο δάσος, να το πει στους γονείς του, να το φωνάξει στα δέντρα και στα πουλιά, ακόμα και στον ήλιο, μα δεν προλάβαινε

Το ξεκαθάρισμα έφτασε πριν το καταλάβει. Ήταν η μέρα που ξαφνικά απέκτησε χρόνο, δεν είχε δυνάμεις να δουλέψει άλλο ή να μελετήσει, το είχε κάνει πολύ στη ζωή του και κουράστηκε. Μόνο ένα πράγμα του χε μείνει να κάνει, να επιστρέψει στο δάσος, να πει σε όλους για τα κατορθώματά του κι έτσι έκανε. Μπήκε στο δάσος μα όσο κι αν έψαξε το ξύλινο σπιτάκι του δεν το βρήκε, τα ζώα τον απέφευγαν σαν να τον φοβούνται, δεν του μιλούσαν πια, δεν ήξερε ποιανού δέντρου τα φρούτα ωρίμασαν κι όποιο δοκίμασε του φάνηκε άνοστο, ακόμα και τα λουλούδια έσφιγγαν τα πέταλα τους όταν έσκυβε και τα πλησίαζε και δεν άφηναν τα αρώματα τους να βγουν, από φόβο μην τα κόψει. Τον ήλιο προσπάθησε να τον δει μα δεν τα κατάφερε, κι ας βρισκόταν πάντα εκεί, γιατί τα δέντρα του δάσους του, είχαν μεγαλώσει πια τόσο πολύ που έκλειναν τον ουρανό του.

Ήταν απλά μια προβατίνα

Πίστευε πως είχε ήδη αρκετά χρόνια που ανέπνεε τον ίδιο αέρα. Είχε πια αποκτήσει δικαιώματα, μπορούσε να ρουφάει όσο θέλει, ακόμα κι αν τυπικά ανήκε στον χώρο του διπλανού της. Κάπως έτσι έδειχνε τη δύναμη της. Έγερνε το κεφάλι, ξεπερνώντας το ενάμιση μέτρο που της είχαν δώσει και ξεφυσούσε επιδεικτικά χιλιοστά δίπλα από τα ρουθούνια των άλλων. Αυτό ήταν γι αυτήν το νόημα της ελευθερίας. 

Οι άλλοι πάλι δεν έδιναν σημασία. Σκεφτόταν μόνο την τροφή, την επιβίωση τους, το ποιος γεύεται το μέλι. Όσο αυτά δεν τους τα άγγιζε, της επέτρεπαν να κλέβει το οξυγόνο τους. Να καταπατά το προσωπικό τους ενάμιση μέτρο, χώνοντας τη μύτη της και εκπνέοντας τις δικές της ιδέες πάνω τους. Έτσι αέναα κι ακούραστα συνέχιζε και πέρασε από τους διπλανούς της και στους πιο μακρινούς, επιστρατεύοντας και λιγοστό νόστιμο σανό. Κι όσο το μασούσαν κοιτάζοντας την, τους έπεισε πως πάσχουν από κάποια σπάνια μορφή δαμαλισμού, με αποτέλεσμα αυτό που έβλεπαν τα μάτια όλων τους σαν μαύρο, να είναι στην ουσία άσπρο και το αντίστροφο. Κι έτσι μαζί της πολλά μαύρα τα αποδέχτηκαν ως άσπρα και πολλά άσπρα τα απέρριψαν και τα καταδίκασαν γιατί εκείνη τα κάλυπτε με ένα μαύρο πέπλο. 

Είδαν πως για όλα τα δεινά τους ευθύνονταν αυτοί που τους παρείχαν την τροφή τους, και συμφώνησαν να βάλουν τους λύκους να τους φάνε, να τους ξεφορτωθούν, να λυθούν τα προβλήματα τους. Έτσι ο καιρός περνούσε κι η τροφή λιγόστευε, αλλά δεν χρειαζόταν πια τον σανό, γιατί είχαν ο ένας τον άλλον, κι αν κανείς τους πεινούσε, μπορούσε να πάρει μια δαγκωνίτσα από την σάρκα του διπλανού του. Δεν θα ήταν δα και τόσο κακό! Ως που μείναν άλλοι χωρίς αυτιά, χωρίς ουρές ή πόδια. Ως που λύσσαξαν γιατί κάποιοι έκαναν μεγαλύτερες δαγκωνιές. Και τώρα για την κατάσταση τους, φταίγαν όσοι ήταν λαίμαργοι, ως που τους έφαγαν κι αυτούς για να γλυτώσουν. 

Όμως και πάλι όλα παρέμεναν ρημαγμένα. Κι οι πληγές τους μολύνονταν κι η πείνα δεν βοηθούσε. Ως που ο καθένας δάγκωνε τη δική του πληγή και τρέφονταν από το ίδιο του το κορμί. Και τώρα φταίχτης ήταν το άρρωστο μυαλό του καθένα τους, έτσι τους έλεγε εκείνη που δεν έφταιξε σε τίποτα. Άλλωστε αυτή πάντα τους έδειχνε τον δρόμο, αυτόν τον δρόμο απ’ τον οποίο ποτέ κανείς δεν επέστρεψε. 

Κι όταν όλα τελείωσαν και δεν είχε μείνει κανείς τους, έμεινε μόνο εκείνη, στην ιστορία, ως μια φωτισμένη ηγέτιδα.

Κότα; Κοίτα

Άλλη μια απεγνωσμένη κότα καταλήγει αργά τη νύχτα σε ένα μπαρ. Αφού σήκωσε διστακτικά το ράμφος της σαν να θέλει να καταπιεί μια μεγάλη σταγόνα νερο, είπε

-Γεια… έχω χαθεί, δε ξέρω που είναι το κοτέτσι μου, μπορείτε να με βοηθήσετε;

Οι ιδιοκτήτες κοίταξαν ο ένας τον άλλον και μουρμούρισαν πως δεν έπρεπε να ονομάσουν το μπαρ «Από-λωλότα». Τρία χρόνια τώρα που το άνοιξαν έχουν περάσει από εκεί πρόβατα, ο Στέφος ο τράγος με τον Όλαφ το βόδι, ταξιδιώτες που αναζητούν αποσκευές γεμάτες με πολύχρωμα σώβρακα, θεούσες ζητώντας τη συνταγή της φανουρόπιτας, ο ΕΤ ο εξωγήινος θέλοντας να τηλεφωνήσει στο σπίτι του, ενώ δεν ήξερε τον αριθμό κι ούτε αν του έκοψαν την σύνδεση που είχε αφήσει απλήρωτη όταν έφυγε και πλήθος άλλων χαμένων ψυχών που λαχταρούσαν να τους δείξουν τον δρόμο για να πάνε παρακάτω ή να επιστρέψουν πίσω. Θέλοντας να την ξεφορτωθούν της είπαν:

-Βλέπεις εκείνα τα φώτα; ακολούθησε τα, εκεί να ζητήσεις την Λωλώτα, που είναι η πιο σοφή μαρμότα, να περιμένεις την άνοιξη για να βγει απ τη φωλιά της, μα αν βιάζεσαι το κοτέτσι σου να βρεις, προσέφερε της μια πανακότα, μόλις της μυρίσει δεν θα σου αρνηθεί κότα να σου πει που τα πουλιά σου θα ξαναδείς.

-Ευχαριστώ μα δεν έχω πουλιά

-Τον κόκορα, την αγρότισσα ή όποιον θέλεις τέλος πάντων, ξεφορτώσου μας, έχεις γεμίσει το πάτωμα με κουτσουλιές

Η κότα έσκυψε το κεφάλι ντροπιασμένη, αναρωτήθηκε πως με μιας εξαφανίστηκε όλη η ποιητικότητα αυτών των ανθρώπων που αρχικά την είχε εντυπωσιάσει, και βγήκε από το μπαρ. Μόνη της, στους κρύους δρόμους της Νέας Υόρκης, τυλιγμένη σφιχτά στα πούπουλα και τα φτερά της, κοιτάζοντας επιφυλακτικά τους περαστικούς, προσπαθώντας να μη διασταυρωθούν τα βλέμματά τους, περνώντας κάτω από αναμμένες μηχανές αυτοκινήτων, από εξατμίσεις που την κάπνιζαν αλλά και την ζέσταναν παράλληλα, προσπαθούσε να φτάσει τα φώτα που της έδειξαν οι άνθρωποι στο μπαρ. 

Κι οι μέρες κυλούσαν, οι βδομάδες, οι μήνες, κι η κότα μεγάλωνε, είχε μάθει να κρύβεται από τις αδέσποτες γάτες και σκύλους που την κυνηγούσαν, να ξεφεύγει από πεινασμένους ανθρώπους που την παραφυλούσαν. Είχε μάθει να βιρβιρίζει σαν περιστέρι στα πάρκα και τις πλατείες για να την ταΐζουν. Γνώριζε σε ποιο σταυροδρόμι παίζουν το καλύτερο σαξόφωνο και ποιος πλανόδιος φτιάχνει το πιο νόστιμο ποπ κορν. Όμως πάντα ακολουθούσε τα φώτα εκείνα που θα την πήγαιναν στο ζεστό κοτέτσι της, εκεί που η τροφή ποτέ δεν έλειπε. 

Και κάποια στιγμή έφτασε στα φώτα, ρωτούσε για τη Λωλώτα, την πιο σοφή μαρμότα και πού μπορεί να βρει μια φρέσκια πανακότα, κι όλοι της λέγαν, κότα μη ψάχνεις τη Λωλώτα, η άνοιξη θα αργήσει για να βγει η μαρμότα. Μ’ αυτή είχε πανακότα δεν ήταν σκέτη κότα και πως ν’ αντισταθεί μία μικρή μαρμότα; Μόλις η μυρωδιά της, έφτασε στα αφτιά της (που παρεμπιπτόντως ακριβώς ανάμεσα ήταν κι η μύτη της αλλά δεν έκανε ρίμα), με μιας η αφεντιά της, βγήκε απ τη φωλιά της.

-Τι θέλεις τώρα κότα; φρέσκια είν’ η πανακότα; η άνοιξη αργεί και είχα κοιμηθεί

-Θα φύγω αν είναι και θα ρθω την άνοιξη, μα η πανακότα τότε θα έχει ξεραθεί σ’ αυτήν την πόλη την σκληρή

-Αν είναι έτσι μείνε, δωσ’ την μου να με ζεστάνει και πες μου τι την ψυχή σου θα γειάνει 

-Θέλω να μου πεις πως θα πάω πίσω στο κοτέτσι μου

-Είναι απλό, τις κουτσουλιές σου ακολούθα και θα βρεθείς εκεί, μα δε θα ‘ναι όπως πρώτα

-Τι εννοείς;

-Ότι δεν είσαι πια κότα και η φωλιά σου δεν είναι αυτή, εκεί ψηλά να πας να ζήσεις, στη χιονισμένη κορυφή, γιατί αντέχεις πια το κρύο και τον αέρα τον πολύ. Γιατί τα μάτια σου βλέπουν μόνο μακριά και τα αφτιά σου δεν αντέχουν τα κακαρίσματα, μα ζητούν των φύλλων τα θροΐσματα 

-Μα εγώ δεν πετάω, πώς θα ανέβω εκεί πάνω;

-Δες, είπε η μαρμότα και της έδειξε μια φρέσκια υγρή κουτσουλιά

Η κότα είδε μέσα το είδωλό της, το γαμψό πια ράμφος και τα νύχια της, ξεδίπλωσε τα ντροπαλά φτερά της κι αποκαλύφθηκε ο εαυτός της, ένα γεράκι είχε γίνει. 

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε