Το μαξιλάρι

Ήταν σίγουρος πως θυμόταν τη μέρα που πέρασε το κατώφλι, που έκανε 17 βήματα και ξάπλωσε σε αυτό το κρεβάτι. Η αίσθηση που είχε το αριστερό του μάγουλο πάνω στο μαξιλάρι ήταν πραγματική, πότε ήταν μαλακό και τον ανακούφιζε, πότε έκαιγε από τις σκέψεις του, βάραινε, γινόταν τραχύ, του έγδερνε το δέρμα, και πότε ήταν ψυχρό και βουβό. Ήταν όμως ένα χειροπιαστό μαξιλάρι όπως και το σκουριασμένο καρφί που φύλαγε από κάτω του. Συχνά το ψαχούλευε και το άγγιζε με τις άκρες των δαχτύλων του, για να ξυπνήσει τη ροή του αίματός του, για να του θυμίσει πως είναι ακόμα ζωντανός. Αυτά τα δυο πραγματικά αντικείμενα έδιναν υπόσταση στα 17 βήματα που τον χώριζαν από την πόρτα, στην ίδια την πόρτα, αλλά και τη ζωή που είχε ζήσει πριν έξω. Αφού υπάρχει το μαξιλάρι και το καρφί, σκεφτόταν, έτσι υπάρχουν κι όλα τα υπόλοιπα, όσα προηγήθηκαν, έτσι υπάρχω κι εγώ. Δεν ήμουν πάντα εδώ, ήμουν αυτός ο άγνωστος που συνάντησες και χαμογέλασες, ήμουν αυτός που άκουσες να τραγουδάει, ήμουν αυτός που πιάσατε μαζί εκείνες τις πέτρες και τις στήσατε τη μία πάνω στην άλλη, εκείνο το παιδί που έπαιζε μπάλα με ματωμένα γόνατα, που γέμιζε με γέλια και με κλάματα τέσσερις τοίχους, αυτό που κοιμόταν μ’ ένα χάδι στην αγκαλιά της μάνας του. 

Αφού βρισκόταν τώρα εκεί ξαπλωμένος, ήταν βέβαιο πως κάποτε ήταν αλλού, από κάπου είχε έρθει, κάπου μπορούσε να επιστρέψει. Χρειαζόταν μόνο 17 βήματα, αν έκανε το πρώτο θα χρειαζόταν άλλα 16, και μετά 15, και μετά 14… και μετά θα ήταν απλό. Αυτά σκεφτόταν κάθε φορά πριν κοιμηθεί κι ένα χαμόγελο σχηματιζόταν στα χείλη του, «είναι απλό» επαναλάμβανε και έκλεινε τα μάτια του. Τότε χανόταν σε όμορφα όνειρα, όνειρα που έβρισκε την έξοδο, που χοροπηδούσε κάτω από τις ακτίνες του ήλιου, που βούλιαζε τις πατούσες του σε μια αμμουδιά, που το βλέμμα του συναντούσε τις ματιές άλλων ανθρώπων. Ματιές ζεστές, χαρούμενες και φιλικές, που όσο περνούσε η ώρα γινόταν διστακτικές, διερευνητικές, αποδοκιμαστικές, τόσο σκοτεινές που κατέληγαν να μοιάζουν με δυο πυρωμένα κάρβουνα που τρυπούσαν την καρδιά του. Και τότε ξυπνούσε λαχανιασμένος, ιδρωμένος, έσπρωχνε με δυσκολία το χέρι του κάτω από το υγρό μαξιλάρι που έμοιαζε πια να ζυγίζει 10 τόνους κι έψαχνε το καρφί του. Αν τα δάχτυλα του αργούσαν να τρυπηθούν του κοβόταν η ανάσα, πίστευε πως αυτό το μαξιλάρι που τον χωρίζει από το καρφί είχε μεγαλώσει τόσο από τους εφιάλτες του και γινόταν αχανές, πως το μικρό του καρφί είχε χαθεί πια οριστικά από κάτω του, πως το αίμα του θα έμενε εγκλωβισμένο στα δάχτυλα του και θα πάγωνε, θα έμενε για πάντα ακίνητο μέσα του, έτσι όπως ήταν κι αυτός πάνω στο μαξιλάρι. Όμως κάθε φορά, λίγο πριν χάσει τις ελπίδες του, λίγο πριν σταματήσει να ψάχνει, ένιωθε το οξύ του τρύπημα κι αμέσως μετά το καυτό του αίμα να απελευθερώνεται. Η καρδιά του ξεκινούσε και πάλι να χτυπάει, η ανάσα του αποκτούσε ρυθμό, το μυαλό του μπορούσε πια να κάνει λογικές σκέψεις, να θυμηθεί πως είναι η ζωή, να σχεδιάσει τι θα κάνει όταν φτάσει στην έξοδο, να μετρήσει νοητά αυτά τα 17 βήματα και να ξαναπεί «είναι απλό». Κι έτσι το μαξιλάρι γινόταν κι αυτό ευχάριστο, φιλόξενο, τον προσκαλούσε να συνεχίσει τον ύπνο του και τα όμορφα όνειρα που θα του έφερνε, με ασφάλεια, άλλωστε το καρφί βρισκόταν κοντά, μπορούσε και πάλι να κλείσει τα μάτια.

Πες και κανένα όχι

-Που λες φίλε μου, έτσι κατέληξα εδώ.
Πόσα χρόνια μιλάω σ’ αυτή την ρομποτική σκούπα, ούτε που έχω ιδέα. Πόσες φορές της έχω πει αυτή την ιστορία, κι όσες άλλες ενδιαφέρουσες ή μη είχα ζήσει στη ζωή μου. Ξέρει τα γκομενικά μου μέχρι και τι βαθμό έγραψα στη φυσική της πρώτης λυκείου. Αν ήταν προγραμματισμένη διαφορετικά θα μου ‘χε δώσει μία με τον βραχίονα της στο κεφάλι να ησυχάσει. Όμως τώρα απλά αναβοσβήνει ρυθμικά τα λαμπάκια της και συνεχίζει να αποστειρώνει αυτό το δωμάτιο.

-Ήμουν πάντα ανήσυχο πνεύμα, ανικανοποίητη, να δω κι εκείνο, να ζήσω και το άλλο, όλα σε μια ζωή. Σύντομα δε με χωρούσε ούτε ο πλανήτης. Τριγύριζα στις ερημιές, έτρεχα όπου άκουγα για μια ανεξήγητη παρατήρηση. Όλοι με θεωρούσαν λοξή αλλά εμένα αυτό με γέμιζε με υπερηφάνεια. Κι εκείνο το βράδυ, ναι ξέρω ότι σου ’χω ξαναπεί γι αυτό το βράδυ, όμως ίσως δεν πρόσεξες κάποια λεπτομέρεια. Ήταν άλλωστε το συναρπαστικότερο της ζωής μου. Προτιμάς το βράδυ με τον Τάκη; ε όχι! Δε λέω καλό ήταν κι αυτό αλλά δεν μου άλλαξε τη ζωή. Μην επιμένεις, την επόμενη φορά θα σου ξαναπώ για τον Τάκη. Τι έλεγα; εκείνο λοιπόν το βράδυ, ήταν ξέρεις αρχές Νοέμβρη, πάνω που πιάναν τα κρύα. Είχα διαβάσει σε ένα γκρουπ του Facebook, ναι στο «Θα τους πιάσουμε τους κερατάδες» ότι στο δάσος του Αγίου Ελευθερίου, περίπου 200 χλμ από το σπίτι μου, τις τελευταίες νύχτες κάποιοι βλέπανε περίεργα φώτα στον ουρανό. Αμέσως τσέκαρα μήπως ήταν οι νέοι δορυφόροι του Έλον Μασκ, όμως εκείνες τις μέρες ήταν ορατοί μόνο από το νότιο ημισφαίριο. Άρα είναι κάτι άλλο, σκέφτηκα, πήρα το σακίδιο μου, που τα τελευταία χρόνια ήταν πάντα έτοιμο, κι έφυγα.

Μπήκα στο δάσος από τη νοτιοδυτική πλευρά, εκεί έγιναν οι παρατηρήσεις. Έμεινα μέσα στο αυτοκίνητο, αφού έσβησα τα φώτα του και περίμενα. Ευτυχώς είχε φεγγάρι και είχα καλή ορατότητα. Κάποια στιγμή, πρέπει να ήταν περασμένες τέσσερις, με πήρε ο ύπνος. Δε ξέρω πόση ώρα κοιμόμουν, όμως ένα εκτυφλωτικό φως με ξύπνησε. Πίστευα πως ονειρευόμουν, μια ανεξήγητη άχρωμη λάμψη είχε πλημμυρίσει το αυτοκίνητο μου. Μια λάμψη που διαπερνούσε όλα μου τα μόρια και μπορούσα να δω μέσα από τα χέρια μου, μέσα από το ταμπλό του αυτοκινήτου, να παρατηρήσω τη μηχανή του, αλλά και το χώμα και τις πέτρες που βρισκόταν ακριβώς από κάτω μου. Σε μεγαλύτερη απόσταση για λίγες στιγμές δεν έβλεπα τίποτα. Μέχρι που όλα έγιναν θεοσκότεινα. Σύντομα τα μάτια μου συνήθισαν το σκοτάδι και με τη βοήθεια του φωτός της Σελήνης άρχισα να διακρίνω τις φιγούρες των ψηλών δέντρων που ορθωνόταν γύρω μου. Βγήκα από το αυτοκίνητο, χωρίς να ξέρω τι σκέφτομαι και έψαχνα. Έψαχνα να βρω από που είχε έρθει αυτή η λάμψη. Και το είδα μπροστά μου. Δεν ήταν εντυπωσιακό, δεν ήταν όπως το περίμενα, όμως ήταν το μόνο αντικείμενο που δε μπορούσα να κατατάξω σε κάτι γνωστό.

Το πλησίασα χωρίς δισταγμό, άλλωστε αυτό έψαχνα σε όλη μου τη ζωή. Στη μία του όψη είχε σχηματισμένο έναν κύκλο, με διάμετρο περίπου ένα μέτρο. Τον άγγιξα με τα δυο μου χέρια, με την ίδια σιγουριά κι αυθορμητισμό που έχουμε όταν ανοίγουμε ένα πόμολο, ίσως επειδή είχα δει πολλές σχετικές ταινίες, κι ο κύκλος άνοιξε στα δυο. Από εκεί μπήκα μέσα. Εντάξει δε θα σου περιγράψω πως ήταν μέσα, ξέρω πως έχεις βαρεθεί να τα ακούς κι ίσως έχω βαρεθεί κι εγώ να τα λέω. Αυτό όμως που δε θα ξεχάσω ποτέ ήταν το σύστημα πλοήγησης του. Μόλις βρέθηκα λίγα μέτρα πάνω από το έδαφος, άκουσα εκείνη τη φωνή
«θέλετε να αποχωρήσετε από αυτόν τον πλανήτη;»
Φυσικά είπα ναι! Κι όντως ήταν τόσο απλό, εκείνο το ναι αρκούσε, όπως αρκούσαν κι όλες οι απλές μου απαντήσεις στις απλές του ερωτήσεις.
«Θέλετε να μπείτε σε τροχιά γύρω από τον Κρόνο;»
«Ναι!»
«Θέλετε να βγείτε από τον Γαλαξία σας;»
«Ναι!».

Είπα πολλά ναι εκείνο το βράδυ, και είδα πολλά, εκρήξεις σούπερ νόβα, πάλσαρ, μαύρες τρύπες, συστήματα άλλων γαλαξιών, πλανήτες ομορφότερους από τη Γη και κάποιους κατοίκους τους να κοιτάζουν αποχαυνωμένοι από τις επιφάνειές τους. Ήμουν μεθυσμένη από το ταξίδι, από τις αμέτρητες εικόνες, κι έτσι όταν άκουσα την τελευταία προτροπή η λογική μου και το πρωτόγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης με είχαν ήδη εγκαταλείψει.
«Περιορισμένα καύσιμα, για επιστροφή στη Γη πείτε Γη, για επιστροφή στη βάση πείτε Βάση»
«Βάση!».

Κι έτσι βρέθηκα εδώ. Βέβαια στο μακρινό ταξίδι της επιστροφής στη βάση, συνειδητοποίησα πως ήταν ασφαλέστερο να επιστρέψω στη Γη και προσπάθησα να δώσω τις κατάλληλες φωνητικές εντολές
«Γη»
«Ο τρίτος βραχώδης πλανήτης του συστήματος ΓΑΙΨΥ23 του γαλαξία ΗΑΩΧ8, φιλοξενεί ζωή…»
«Όχι, όχι! Επιστροφή Γη!»
«Λυπάμαι δεν σας κατάλαβα παρακαλώ επαναλάβετε»
«Επιστροφή Γη!»
«Περιορισμένα καύσιμα, ο προορισμός Βάση είναι κλειδωμένος»
«Ακύρωση! Block alt delete control»
«Λυπάμαι, παρακαλώ επαναλάβετε, πως μπορώ να σας βοηθήσω;».

Επιστράτευσα όποια εντολή ήξερα, σε όλες τις γλώσσες. Άρχισα να κοπανάω τα χέρια και το κεφάλι μου σε ότι μου έμοιαζε για κονσόλα, όμως το μόνο που άκουγα ήταν ο χρόνος επιστροφής στη βάση, που όλο και μειωνόταν. Δεν είχα ιδέα που ήταν η βάση του ή τι θα αντιμετώπιζα όταν έφτανα. Παρόλη όμως τη λαχτάρα μου να συναντήσω ένα άλλο νοήμον είδος, είχα ένα κακό προαίσθημα. Ήταν κι εκείνη η φωνή της πλοήγησης που η λογική της μου θύμιζε το τηλεφωνικό κέντρο της ΔΕΗ που μου στερούσε κάθε ελπίδα να βρω σε αυτόν τον πλανήτη αυτό που δεν έβρισκα στη Γη. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις, με το που προσπλανητώθηκα, δεν τους είδα καν, απλά μου ανακοίνωσαν μέσω ηχείων πως είμαι επικίνδυνη για την υγεία τους και πρέπει να μείνω σε καραντίνα για τα επόμενα 50 γήινα χρόνια, για να απαλλαχθώ απ’ όλους τους ιούς και τις ανθρώπινες παραβατικές μου συνήθειες. Φώναζα πως είμαι ήδη 39 χρονών και πως σε 50 χρόνια θα ’χω πεθάνει, κι εκεί κάποιο σύστημα μου απαντούσε
«Λυπούμαστε, μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε σε κάτι άλλο;»
Δεν καθάρισες καλά αυτή τη γωνία.

Η κακλοσύνη σου μου φέρνει ναυτία

Ο γυμνός παπαγάλος έμοιαζε με ανθρώπινο έμβρυο διασταυρωμένο με μαδημένο κοτόπουλο. Ήταν η τρίτη βδομάδα που βρισκόταν μαζί μας, έχω αρχίσει να ξεχνάω το γυαλιστερό πράσινο πούπουλό του. Είναι καθαρόαιμος μας είπαν, νέος, υγιέστατος και τόσο παρθένος όσο η ζούγκλα του Αμαζονίου που ζούσε. Οποιαδήποτε αντίδρασή του σε ουσίες θα ήταν αμιγώς αποτέλεσμα της χημείας της, χωρίς επιρροή της αστικής μόλυνσης. Κι αυτό ακριβώς χρειαζόμασταν, ένα μάτσο κύτταρα που να συγκροτούν έναν οργανισμό αγνό, έναν οργανισμό που να έχουμε την τιμή να μολύνουμε εμείς πρώτοι, να του ρίξουμε τα πούπουλα και μετά να του φυτρώσουμε νέα με άλλο χρώμα, να είναι ίσως φωσφορούχα ή να μοιάζουν με λέπια, να του μάθουμε 15 ανθρώπινες γλώσσες και μετά να σβήσουμε όλες τις λέξεις από τον εγκέφαλο του και να τις αντικαταστήσουμε με γαβγίσματα, να του μάθουμε να τραβάει το καζανάκι της τουαλέτας και μετά να βάλουμε την κύστη του σ΄ένα πιατάκι έξω από το κλουβί του με ένα σωληνάκι επέκτασης. 

Και τα κάναμε όλα αυτά, κι ήταν συνεργάσιμος σε όλα, θα ΄λεγε κάνεις πως τα δεχόταν με στωικότητα και χαρά, αυτό μας έδειχναν τουλάχιστον τα μάτια του πριν τα εξαϋλώσουμε. Ίσως να γνώριζε κι ο ίδιος πόσο βοηθούσε στην επιβίωσή μας. Πόσο απαραίτητος είναι γι αυτά τα πειράματα που θα σώσουν άρρωστα παιδιά, πόσο πιο όμορφες θα γίνουν οι γυναίκες που θα βαφτούν με τις μπογιές που του έγδαραν το δέρμα, πόσο πιο έξυπνοι και δυνατοί θα γίνουμε ως είδος με τα συμπληρώματα που πρώτος αυτός κατάπιε με το κιλό, πόσο αιώνια θα ζήσουν οι σημαντικοί άνθρωποι που κρατάνε την οικονομία και τις τύχες μας στα χέρια τους, παραμένοντας σεξουαλικά ενεργοί και ικανοί να μας βάλουν στη θέση μας με τα χαπάκια που θα του σταματήσουν σε λίγο την καρδιά. 

Αλλά κι εμείς ακούραστοι θα συνεχίζουμε τις έρευνες, άυπνοι, όρθιοι, νηστικοί, με αυταπάρνηση, γιατί είμαστε αυτοί που πάνω απ’ όλα αγαπάμε τη ζωή και τους συνανθρώπους μας, παίρνουμε δύναμη απ τα χαμόγελά τους. Είμαστε αυτοί που αποτιμούμε την αξία της ζωής, γνωρίζουμε καλά ότι μία ανθρώπινη ζωή ισούται με 1.000.000 ζωές παπαγάλων Αμαζονίου ή με 2.377.000 ζωές λευκών κουνελιών ή με 4 στρέμματα καμμένων πεύκων ή με μισό εκατοστό τρύπα του όζοντος. Όλοι αυτοί οι παπαγάλοι θα έπρεπε να μας ευχαριστούν που τους κάναμε σημαντικούς, που συμμετείχαν σε κάτι τόσο σπουδαίο και τόσο πιο πάνω από την ύπαρξη τους, όπως κι εμείς ευχαριστούμε όσους μας δώσαν τη δυνατότητα να γίνουμε μέρος αυτής της ιερής πράξης, αυτού του θαύματος που ξεκινάει από έναν δοκιμαστικό σωλήνα και καταλήγει στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Κι έχουμε ήδη παραγγείλει τον επόμενο παπαγάλο

Σημείωση: Η πρώτη πρόταση έχει δανειστεί από την πρώτη πρόταση του «Αγριεμένοι ανάπηροι επιστρέφουν από καυτά κλίματα» του Τομ Ρόμπινς

Φακός

Θα πίστευε κανείς πως μια προσωπογραφία με οποιαδήποτε τεχνική χρειάζεται απαραίτητα να πληροί συγκεκριμένες προδιαγραφές στις αναλογίες και τις διαστάσεις της. Πρέπει να αφιερώνεται στο πρόσωπο του θέματος, κι αυτό μαζί ίσως με το πάνω μέρος του κορμού, να καταλαμβάνει το 70% του καμβά. Θα μπορούσε να φαίνεται κι ολόκληρο το άτομο αλλά και πάλι θα πρέπει να επικρατεί με το μέγεθος του στον πίνακα. Αυτή όμως η προσωπογραφία ήταν διαφορετική, από κάθε άλλη. Είχα απέναντι μου ένα κάδρο ίσο σχεδόν με έναν τοίχο, βαμμένο με το πιο πνιγηρό μαύρο, ένα μαύρο που σχεδόν δεν υπήρχε, αντάξιο με αυτό της αβύσσου, σα να βγήκε, όχι από ένα σωληνάρι λαδιού, αλλά από μια γωνιά του σύμπαντος όπου το κοντινότερο σμήνος γαλαξιών είναι τόσο μακριά που εκεί δε φτάνει το φως των άστρων και των κοσμικών του εκρήξεων. 

Αν δεν ήμουν πάντα τόσο προσεκτική δε θα έβλεπα πως στο κέντρο του πίνακα, ήταν ζωγραφισμένος ένας άνθρωπος, ο κύριος Φ, όπως έγραφε η ετικέτα δίπλα από το κάδρο. Με μια πρώτη ματιά ο κ Φ θα περνούσε απαρατήρητος και θα πίστευα πως όλη αυτή η μαυρίλα είναι αλληγορική, άλλος ένας τεμπέλης ζωγράφος που προτιμάει να μας προβληματίζει πάρα να κάνει τη δουλειά του. Όμως ήταν εκεί ζωγραφισμένος με την παραμικρή λεπτομέρεια απ’ την κορυφή ως τα νύχια. Ήταν εκεί και με κοίταζε σιωπηλός όσο εγώ είχα χαθεί στην άβυσσο που τον περιβάλλει και μεγάλωνε μέσα μου περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να γίνει αισθητός. Το σκοτάδι κι η παρουσία του έδιναν άνιση μάχη για το ποιος θα επικρατήσει. Ήταν τόσο εύκολο αυτή η απέραντη απόλυτη άβυσσος να καταπιεί την προσοχή μου, αλλά σε ένα σημείο οριακό, πριν χαθώ μέσα της για πάντα, ο κ Φ άρχισε να κερδίζει έδαφος. 

Μπορούσα πλέον να δω την κάθε λεπτομέρεια πάνω του, τα πολύχρωμα κεφάτα ρούχα του, το χαμόγελο στα χείλη και στα μάτια του, τις ρυτίδες στα μάγουλα του. Ήταν ξεκάθαρη πια κι η αντίθεση του με το φόντο. Δεν υπήρχε γύρω του καμία πινελιά κι όμως έβλεπα κάτι φωτεινό να εκπέμπεται από την φιγούρα του και να εμβολιάζει το απόλυτο μαύρο. Ένας φως που απλωνόταν ήσυχα κάτω από τους τεράστιους όγκους της σκοτεινής μπογιάς, κι αναζωογονούσε κάθε νεκρό της κύτταρο, μέχρι που το μαύρο αλλοιωνόταν, γινόταν λιγότερο μαύρο, έπειτα σαν το μπλε σκούρο του ουρανού λίγο πριν ξημερώσει, λίγο μετά αποκτούσε όλα τα χρώματα των ρούχων του κ Φ. Χρώματα που γινόταν όλο και πιο ζωηρά και φωτεινά, κι όσο τα άφηνα να μπαίνουν από τα μάτια μου και να κατακλύζουν το μυαλό μου, μετατρεπόταν σε σκέτο φως. Ένα φως που θεωρούσα πια δικό μου και που δεν μ’ άφηνε να δω ή έστω να θυμηθώ τον κ Φ. Φόρτισα τις μπαταρίες μου στη λάμψη του κι έφυγα. Καμιά φορά σήμερα σκέφτομαι τι να απέγινε εκείνος ο πίνακας, αν βρέθηκε σε μια άλλη κατάσταση, ένας άλλος άνθρωπος, μιας άλλης πραγματικότητας που δεν είδε ποτέ τον κ Φ, που τον πήρε μαζί του ή που έμεινε εκεί για να του δώσει πίσω λίγο από το φως για να παραμείνει κι αυτός ορατός μέσα στο σκοτάδι που τον περιβάλει.  

Δώστε εσείς τον τίτλο

Θυμάσαι τον εαυτό σου, καθιστή, σκυμμένη πάνω από ένα βιβλίο στο δωμάτιο σου, με τα μάτια καρφωμένα σ’ έναν πίνακα ή σ’ έναν δάσκαλο σε ένα τεράστιο αμφιθέατρο ή σε μια μικρή αίθουσα, μπροστά από μια οθόνη στη δουλειά ή στο σπίτι σου. Πάντα όμως σε καθιστή θέση. Πάντα έτσι σκεφτόσουν, έτσι μάθαινες, έτσι εξελισσόσουν, έτσι γινόσουν καλύτερη, έτσι έπρεπε. Κι ήσουν επαναπαυμένη σε αυτή τη στάση, πίστευες πως γίναν έρευνες, χρόνια πριν γεννηθείς, πως είχε αποδειχτεί πως έτσι ο εγκέφαλος λειτουργεί καλύτερα, όταν είναι κάθετος με τον ορίζοντα της Γης, μέχρι που έρχεται η στιγμή να ξαπλώσεις. Να ξαπλώσεις για πρώτη φορά, για μία απ’ τις πολλές, ή για την τελευταία, δεν έχει σημασία. Όπως σημασία δεν έχει κι ο λόγος που βρίσκεσαι εκεί, θα είναι σίγουρα για να νιώσεις καλύτερα. Αυτό που σου συμβαίνει είναι η οριζοντίωση του είναι σου, η εναρμόνιση με το μαγνητικό πεδίο του πλανήτη σου. Κι όπως το πεδίο περνάει μέσα απ τις συνάψεις σου δημιουργούνται θαύματα εντυπωσιακά όσο το σέλας. 

Κι έτσι με τα μάτια να περιεργάζονται ένα χωρίς ενδιαφέρον ταβάνι, η σκέψη σου το διαπερνά και έχει συνείδηση πως ακριβώς πάνω απ’ αυτή τη μάζα κάποιων υλικών που απλά σε προφυλάσσει από τις καιρικές συνθήκες, βρίσκεται ο ουρανός, βρίσκεται αυτό που μπορείς να παρατηρείς για όλη σου τη ζωή, βρίσκεται το άπειρο, το ανεξιχνίαστο, το θαυμαστό. Και τότε μόνο αλήθειες μπορείς να πεις. Όταν αντικρύζεις κάτι μεγαλύτερο από σένα, δε μπορείς και δε θες να του κρυφτείς, δε ψάχνεις για δικαιολογίες και μισόλογα, είσαι αβοήθητη μπροστά στο μεγαλείο και οι σκέψεις σου είναι το μόνο μέσο για να σωθείς. Ψάχνεις τις κατάλληλες λέξεις για να τις εκφράσεις, σε αυτόν που είναι δίπλα σου ή και στον ίδιο σου τον εαυτό. Αυτές οι λέξεις είναι τώρα η μόνη σου δύναμη, αυτές που τις έμαθες καθιστή, που η κάθε μια τους είχε μια πολύ συγκεκριμένη θέση και υπόσταση στην λογική που έχτισες ως τώρα στη ζωή σου. Σ’ αυτές πρέπει τώρα πια να δώσεις άλλες έννοιες, να τις κατανοήσεις πρώτα εσύ κι έπειτα να τις ενορχηστρώσεις για να παίξουν μια μελωδία που θα μιλάει μόνο την αλήθεια. 

Κι ίσως αυτή η μουσική δείξει εκεί που θες τη δύναμη σου και βγεις αλώβητη, ξεφύγεις από το μαγνητικό πεδίο, αυτό που δημιουργήθηκε όσο ήσουν στο κρεββάτι σου μόνη πριν κοιμηθείς με έγνοιες που σε κατέκλυζαν, όσο ήσουν ξαπλωμένη δίπλα του, όσο ήσουν σ’ έναν γιατρό που ήθελε να μάθει πριν και να σε βοηθήσει μετά, όσο ήσουν στο χείλος του τέλους σου, και ξανασηκωθείς. Ίσως πάρεις την κάθετη λογική σου και πορευτείς σε αυτό το βιντεοπαιχνίδι που πρωταγωνιστείς στη ζωή σου, μέχρι την επόμενη φορά που θα κοιτάς κατάματα τον ουρανό.

Τσάντα versus Καπέλο

Ήταν ένα από εκείνα τα συνηθισμένα βράδια μου, εκεί γύρω στα 20 που έπρεπε απαραιτήτως να ξημερώσει για να επιστρέψω σπίτι, που πίστευα πως ο ύπνος είναι χαμένος χρόνος, κι όντως δεν τον χρειαζόμουν. Έβγαινα με απογευματινούς φίλους για καφέ και χαλαρό ποτό, περνούσα από ένα άσχετο πάρτυ που δε θυμόμουν καν ποιος με κάλεσε και μετά για αποσυμπίεση πήγαινα μόνη σ’ ένα γνώριμο μπαρ, να πιω κάτι τελευταίο, να μη μιλήσω σε κανέναν για ώρα, να ηρεμήσω από την τρελή νύχτα ώστε με το φως του ήλιου να επιστρέψω στο διαμέρισμα μου και να κοιμηθώ σαν πουλάκι. Με κατηγορούσαν πως δεν είχα την αίσθηση του φόβου κι όμως το να βρεθώ μόνη σ’ ένα οικείο περιβάλλον μετά το ξενύχτι, από το να καταλήξω όπου με βγάλει η παρόρμηση του γλεντιού που έχει προηγηθεί, ήταν ότι σοφότερο έκανα στη ζωή μου.

Έτσι κι εκείνη τη νύχτα, λίγο πριν τις έξι τα ξημερώματα, κατέληξα στον «συναχωμένο ρινόκερο» καθισμένη σε μια άκρη του μπαρ, αρκετά μακριά από μια παρέα που ήταν στο κέντρο. Ήταν χειμώνας κι έτσι έξω αλλά και μέσα ήταν αρκετά σκοτεινά, έπρεπε λοιπόν να περιμένω αρκετές ώρες για το πρώτο φως για να μπορέσω να πάω σπίτι μου με ασφάλεια. Δε με ενοχλούσε, η μουσική ήταν καλή και το ποτό παρηγορούσε γλυκά το κουρασμένο μου κεφάλι. Τότε μπήκε εκείνος, δίπλα από την είσοδο υπήρχε ένα μικρό σταντ, βολεύτηκε εκεί, παρήγγειλε κάτι. Τον πρόσεξα από την πρώτη στιγμή, το καπέλο του μου έκανε τεράστια εντύπωση, ένα καβουράκι ταλαιπωρημένο από τον χρόνο. Περίμενα να το βγάλει, να δω το βλέμμα του, όμως δεν το κούνησε ούτε ένα χιλιοστό από το κεφάλι του. Το γείσο ήταν τόσο κατεβασμένο που δεν φαινόταν μάτια. Αμφέβαλα για το αν έχει, τον φανταζόμουν σαν κάτι περίεργο, εξωγήινο, σαν ένα πλάσμα χωρίς μάτια που αν έβγαζε το καπέλο θα φαινόταν ο εγκέφαλός του. Σίγουρα! Έτσι εξηγείται γιατί δε το βγάζει, δεν είναι απλά ένα καπέλο, είναι γι αυτόν ότι είναι για μας το κρανίο, όπως ένα ταλαιπωρημένο γέρικο κρανίο που δεν μπορεί να το αλλάξει.

Ανατριχιάζω στην ιδέα πως με κοιτάζει, το σώμα του έχει κατεύθυνση προς τα μένα, κι αυτά τα ανύπαρκτα μάτια του κάτω από το γείσο σίγουρα έχουν καρφωθεί πάνω μου. Προσπαθώ να μη καταλάβει ότι τα σκέφτομαι όλα αυτά, να μη δει τις κλεφτές ματιές μου, να πάψω να τον κοιτάζω. Αλλά αυτό το καπέλο ίσως είναι ένας τηλεπαθητικός δέκτης των σκέψεων μου, γι αυτό είναι έτσι απλωμένο, για να έχει μέσα στην εμβέλεια του όλους όσους τον ενδιαφέρουν. Εγώ όμως γιατί τον ενδιαφέρω; Κρύβονται μέσα μου απαντήσεις για μυστήρια του σύμπαντος; απαντήσεις που τις έβαλε κάποιος άλλος όμοιος του ή ανταγωνιστής; μια άλλη βραδιά σ’ αυτό το μπαρ ή στον συνωστισμό ενός κλαμπ; Κι αν υπάρχει αυτή η σοφία μέσα μου γιατί δεν το αισθάνομαι; δεν θα έπρεπε να έχω κι εγώ πρόσβαση σ’ αυτές τις απαντήσεις; ή μήπως απλά δεν έχω τις ερωτήσεις που θα με οδηγήσουν σ’ αυτές; 

Και γιατί να είναι αυτός ο κυνηγός κι εγώ το θήραμα; όσο θέλει αυτός τις απαντήσεις μου, άλλο τόσο και περισσότερο θέλω εγώ τις ερωτήσεις του. Έγειρα στο μπαρ κι έκρυψα το πρόσωπο μου πίσω από την τσάντα μου, πολλοί θα πίστεψαν πως με πήρε ο ύπνος, μια γυναικεία τσάντα όμως έχει πολλές χρήσεις. Το κενό που άφηνε το κούμπωμα της το έκανα στόχαστρο κι έβαλα μέσα τον περίεργο τύπο με το καπέλο, παρατηρούσα πια τα πάντα, το πως έπινε τις γουλιές του. Μετά από λίγα λεπτά έβλεπα τον λαιμό του να πάλλεται, να ξεροκαταπίνει, τα χέρια του να πιάνουν τρεμάμενα το ποτήρι, να στριφογυρίζει στο σκαμπό του, τα δάχτυλα του να χτυπάνε νευρικά το σταντ. Για κάποιο λόγο είχε αγχωθεί, εγώ όμως εκεί ακούνητη, σκυμμένη πίσω απ την τσάντα μου παράγγειλα άλλο ένα ποτό για να καταλάβει πως καθόλου δε κοιμάμαι, για να πιστέψει πως με όλες αυτές τις απαντήσεις που απέκτησα έφτιαξα κι εγώ ένα ισχυρό μυστικό όπλο που ’χω τώρα μέσα στη τσάντα μου δίπλα στα κλειδιά και στο κραγιόν μου, κι ότι μ’ αυτό του σκανάρω το μυαλό. Σηκώθηκε απότομα, άφησε ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα και χάθηκε μέσα στην ομιχλώδη νύχτα. Σε λίγο ξημέρωσε, η ομίχλη διαλύθηκε, έφυγα κι εγώ για το σπίτι, ήμουν έτοιμη για τα καλύτερα όνειρα.

Definitely not my type

Θυμάσαι αυτό το μενταγιόν; εσύ μου το ‘χες δώσει. Είχαμε πάει από νωρίς στην παραλία, ήταν η δεύτερη ή η τρίτη φορά που βρισκόμασταν; Άραγε πόσες μέρες περάσαμε όλες κι όλες μαζί; ήταν δέκα; Θα μπορούσε κανείς να μετρήσει τις ώρες, τις στιγμές. Είναι σίγουρα λιγότερες κι απ’ αυτές που περνάς με τον ίδιο υπάλληλο του σουβλατζίδικου της γωνίας. Τόσες όσες μοιράζεσαι με έναν άγνωστο που για κάποιο λόγο συναντάς στη ζωή σου. Εσύ όμως δεν ήσουν άγνωστος κι ας μη σε γνώριζα καθόλου, κι ας μη σε γνώρισα πότε. 

Εκείνη η μέρα τελείωσε με τους δυο μας κάτω από μια ομπρέλα, να παρατηρούμε ανθρώπους με καλάμια που ετοιμαζόταν για μεγάλες ψαριές και το νερό να τους ειρωνεύεται κλέβοντας λίγο από το πορτοκαλί του ουρανού. Λίγες ώρες νωρίτερα, όταν ο ήλιος με είχε νανουρίσει, βρήκες φαίνεται την ευκαιρία να πάρεις αυτό το μενταγιόν από έναν πλανόδιο. Κι όταν άρχισε να δύει, σχεδίασες με ένα ξυλάκι μια τρίλιζα στην άμμο και μ’ άφησες να κερδίσω. Μου έδωσες το μενταγιόν ως τρόπαιο. «Ορίστε» μου είπες, «το κέρδισες με την αξία σου!». Ήταν από εκείνα που χώριζαν στη μέση και το μοιραζόταν δύο. Εσύ όμως δεν το έσπασες, μου το έδωσες έτσι. «Είναι όλο δικό σου» είπες και πρόσθεσες «κάποια άλλη στιγμή, ίσως μου δώσεις το μισό». 

Δεν θυμάμαι άλλες στιγμές μαζί σου. Ήταν όλα τόσο σύντομα που αν δεν έβρισκα τώρα σ’ αυτή τη ντουλάπα αυτό το μενταγιόν, θα πίστευα πως τίποτα δεν έγινε στ’ αλήθεια. Πως ο έρωτας αυτός ήταν εικονική πραγματικότητα ή εσύ ένα ρομπότ κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μου. Δε ξέρω γιατί αλλά κρέμασα το μενταγιόν στο λαιμό μου, σήμερα, τόσα χρόνια μετά! Κι ενώ καλά, καλά δεν σε θυμάμαι, πώς έμοιαζες; πώς σε λέγαν; θυμάμαι μόνο τι ήσουν κι αυτό μου αρκεί, ενδόμυχα σκέφτομαι πως το μενταγιόν θα λειτουργήσει σαν κεραία για να σε βρω. Και πως τότε ίσως σου δώσω το μισό για να το βρίσκεις κι εσύ στα συρτάρια σου κι όταν οι άκρες του τρυπάνε τα δάχτυλα σου, οι μνήμες να διεισδύουν στο μυαλό σου όπως το δηλητήριο του σκορπιού. 

Τώρα καταλαβαίνω γιατί άφησες να το πάρω ολόκληρο. Και κάπως έτσι πατήθηκε το play στο παρελθόν μου, σ’ αυτές τις λίγες στιγμές που ζήσαμε και τις είδα μία, μία. Είδα και τα μάτια σου, ήταν ξεκάθαρα εκεί μπροστά μου, με κοίταζαν. Συνειδητοποίησα πως δεν είχαν φύγει, όλα αυτά τα χρόνια ήταν γύρω μου. Μπαίναν στο πρόσωπο κάθε άντρα που γνώριζα, παίρναν τη θέση των δικών τους για να βλέπω μόνο εσένα, για να μη βλέπω αυτούς, για να μη δω εμένα. Ήταν ο δορυφόρος μου.

Άνοιξα τη μπαλκονόπορτα, πέταξα το μενταγιόν στον δρόμο. Άφησα ρόδες να περάσουν από πάνω του. Πολλές ρόδες περαστικών οχημάτων, ανθρώπων που πήγαιναν κάπου. Όταν αποφάσισα πως πέρασαν αρκετές, κατέβηκα στον δρόμο να το ψάξω. Σε μια άκρη βρήκα το μισό μόνο κομμάτι του. Οι γωνίες του δεν τρυπούσαν, είχαν γίνει λείες απ’ όσα πέρασαν από πάνω του. Το σήκωσα, τα χέρια μου δεν πονούσαν πια, το πήρα μαζί μου. Μόνο το μισό οφείλω να κουβαλάω.

Αποσφαλμάτωση Τώρα

Ήμουν από εκείνους τους ανθρώπους που πάντα άρεσαν οι μεγάλες αλλαγές αλλά ποτέ δεν τις έκαναν. Κάθε τόσο που αισθανόμουν αυτή την ανάγκη, έκανα μια κίνηση που η πιθανότητα να οδηγήσει σε ριζική αλλαγή στη ζωή μου ήταν υπαρκτή, αλλά δεν ξεπερνούσε έναν δείκτη πραγματοποιησιμότητας που είχα καλά υπολογισμένο κι εξίσου καλά, κι από μένα την ίδια, κρυμμένο στο μυαλό μου. Έτσι ένιωθα καλύτερα και συνέχιζα με την καθημερινή μου ρουτίνα μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος. 

Αυτή τη φορά συγύρισα κι ενημέρωσα το βιογραφικό μου, κι έβαλα αγγελία για δουλειά αν και ήδη είχα μια καλή δουλειά. Ο πονηρός μου δείκτης πραγματοποιησιμότητας είχε ένα σωρό δικλείδες ασφαλείας, για να μη δεχτώ καμία από τις ενδεχόμενες προτάσεις. Όχι τόσο ενδιαφέρουσα απασχόληση, χαμηλές απολαβές, ρίσκο, μη βολική τοποθεσία, δύσκολο ωράριο, περίεργος εργοδότης, ήταν λίγα απ’ όσα αμέτρητα περιεχόταν σ’ αυτή τη λίστα. Κι έτσι διέγραφα ένα, ένα τα email που λάμβανα από ανθρώπους που πίστευαν ότι έψαχνα στ’ αλήθεια για νέα δουλειά. Ελέγχοντας μέχρι και την ανεπιθύμητη αλληλογραφία, θέλοντας να νιώσω πως κάνω το χρέος προς τον εαυτό μου, έπεσα πάνω σ’ έναν ενδιαφερόμενο εργοδότη με όνομα αποστολέα “Ο Δημιουργός”. Σκέφτηκα πως είναι η τεχνική εταιρία που από λάθος επικοινώνησε μαζί μου, αφού εγώ δε μπορώ να συναρμολογήσω ούτε ένα Lego, ή ότι πρόκειται για κάποιον διαταραγμένο, που δε θα έχανα την ευκαιρία να διαβάσω τι μου γράφει.

“Αγαπητή μου, δε φαντάζεσαι πόσο χάρηκα βλέποντας την αγγελία σου” (εντάξει αποκλείουμε την κατασκευαστική εταιρία). “Χρόνια τώρα αναρωτιόμουν αν θα μπορούσες να με βοηθήσεις στο έργο μου, από την γέννησή σου για την ακρίβεια” (σίγουρα διαταραγμένος). “Εγώ ήμουν αυτός που σε έσπρωξε να ασχοληθείς με το κοινό” (και δεν ήξερα ποιον να βρίσω τόσα χρόνια!) “όπως εγώ ήμουν κι αυτός που σε ώθησε να σπουδάσεις προγραμματισμό. Σε προσλαμβάνω, καθώς γνωρίζω ήδη τα πάντα για σένα και ξέρω πως είσαι ο άνθρωπός μου, δηλαδή όλοι άνθρωποί μου είστε, αλλά εσύ είσαι Ο άνθρωπός μου” (αυτό το ότι γνωρίζει τα πάντα για μένα μου ‘κοψε κάπως το γέλιο, το καλό είναι πως έχω δώσει μόνο email για επικοινωνία και δε πρόκειται να του απαντήσω ούτε για πλάκα). “Θα τα πούμε σύντομα!” (ναι σίγουρα, τρελάρα).

Το επόμενο πρωί χτύπησε το τηλέφωνό μου, ήταν εκείνος, ο Δημιουργός, με ρώτησε τί ώρα με βολεύει να πιάσω δουλειά. Αναρωτήθηκα πως βρήκε τον αριθμό μου και του είπα απότομα ότι δεν μ’ ενδιαφέρει η δουλειά του και να μη με ξαναενοχλήσει.. “Εντάξει, σήμερα στις 10” μου απάντησε και το έκλεισε. Για μια στιγμή τρομοκρατήθηκα, αλλά η σκέψη πως κάποιος μου κάνει πλάκα, μ’ έκανε να επαναπαυθώ. Συνέχισα τις καθημερινές μου ασχολίες σα να μην είχε συμβεί τίποτα, κι εκεί γύρω στις 10 αποφάσισα να πάω τουαλέτα, για να δείξω στον εαυτό μου πως δεν σκέφτομαι καθόλου εκείνο το περίεργο τηλεφώνημα, και στον Δημιουργό πως χέστηκα ή I don’t give a shit κατά την διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία. Κάθισα στη λεκάνη και καθάριζα το μυαλό μου από κάθε σκέψη, όταν η πόρτα της τουαλέτας άνοιξε και μπήκε μέσα μια νεαρή μικροκαμωμένη γυναίκα. “Ήρθε η ώρα, έλα” είπε με μια τσιριχτή φωνή και με νευρικές κι απότομες κινήσεις με έκανε να σηκωθώ και να την ακολουθήσω, χωρίς να χω καμία διάθεση να αντισταθώ, να τη ρωτήσω ποια είναι και πως μπήκε εκεί μέσα, ή έστω να τελειώσω αυτό που πήγα να κάνω.

Έτσι άβουλα και χωρίς μιλιά την ακολούθησα έξω από το κτίριο, μπήκα στο αυτοκίνητό της, ανέβηκα μαζί της σε ένα αεροπλάνο, που τώρα που το σκέφτομαι πιλοτάρισε η ίδια, και βρεθήκαμε σε ένα οροπέδιο, κάπου μάλλον αρκετά ψηλά, αφού τριγύρω έβλεπα μόνο χιονισμένες βουνοκορφές, σύννεφα και μονόκερους. Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού δεν αναρωτιόμουν για τίποτα. Με κάποιο τρόπο εκείνη η γυναίκα, με το που άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας, μου μεταβίβασε κάθε απάντηση σε κάθε ενδεχόμενη ερώτησή μου και μάλιστα με τρόπο που δε χωρούσε αμφιβολία. Ήξερα που πάω και γιατί, κι εκεί τον συνάντησα.

  • Σοβαρά τώρα; εδώ ζεις;
  • Όχι, επέλεξα αυτό το περιβάλλον για να είναι πιο συμβατό με όσα φανταζόσουν για τον Δημιουργό.

Είπε και το Θιβετιανό παραμυθένιο τοπίο αντικαταστάθηκε από ένα σκοτεινό δωμάτιο ενός διαμερίσματος σε ένα παλιό κτίριο, γεμάτο με βιβλία, χαρτιά και κάθε λογής μηχανήματα και γκατζετάκια. 

  • Συνήθως μένω εδώ, για να νιώθω κοντά σας.
  • Καλύτερα, οι μονόκεροι μου πέσανε πολύ.
  • Α δεν έχεις δίκιο! Κάνουν την καλύτερη σούπα!
  • Σούπα από μονόκερο; φρικαλέο!
  • Δεν κατάλαβες, εννοώ πως είναι οι καλύτεροι μάγειρες, φτιάχνουν την καλύτερη σούπα λαχανικών. Μα για ποιον με πέρασες;
  • Δεν ξέρω, δεν είχα σκεφτεί πότε την ύπαρξή σου.
  • Ούτε εγώ την δική σου! Χαχαχα, τώρα πέρα απ’ την πλάκα, ναι δημιούργησα όλα αυτά και τον άνθρωπο ως είδος για την χαρά της δημιουργίας. Σας εξόπλισα με τον καλύτερο τρόπο σκέψης που μπορούσα τότε, σας προίκισα και με τη δυνατότητα να εξελίσσεστε, κι από εκεί και πέρα δεν μ’ ενδιαφέρει ακόμα κι αν καταστρέψετε τη Γη. Είναι ωραίος πλανήτης δε λέω αλλά το ξέρεις κι η ίδια πως έχω αμέτρητους keplers, πολλούς πιο όμορφους από τη Γη.
  • Μα αν την καταστρέψουμε θα αφανιστούμε. 
  • Και φταίω εγώ γι αυτό για να πρέπει να ανησυχήσω;
  • Όχι 
  • Άκου, έχω δημιουργήσει άπειρα είδη, στη Γη κι αλλού, νοήμονα με την δική σας έννοια, με άλλες έννοιες ή μη. Γι αυτό θέλω την βοήθειά σου τώρα.
  • Εσύ θες την βοήθειά μου;
  • Ναι! Γιατί όχι; διακρίνω μια χαμηλή αυτοεκτίμηση; άλλα πίστευα για σένα.
  • Σε τι να σε βοηθήσω; πως;
  • Κοίτα δεν σου κρύβω πως είστε από τα αγαπημένα μου είδη, αν όχι το αγαπημένο μου. Όλα αυτά που λένε οι θρησκείες σας, ότι είστε οι εκλεκτοί μου, ξέρεις, δεν είναι τελείως ανυπόστατα, γι αυτό άλλωστε γίναν οι κατακλυσμοί κι όλα αυτά.
  • Μας υποχρέωσες. Δηλαδή όλα τ’ άλλα είδη σε ολόκληρο το σύμπαν, είναι χειρότερα από μας; Πόση απογοήτευση!
  • Καταρχήν περίμενα ότι θα μου μιλούσες με μεγαλύτερο σεβασμό.
  • Μα είμαι άθεη, σχεδόν.
  • Σωστά. Δεν ξέρω αν είναι χειρότερα από σας, είναι απλά λιγότερο αγαπημένα μου. Δεν είναι πάντα το καλύτερο το πιο αγαπημένο μας, μη σου πω το αντίθετο. Κι εκτός αυτού, είμαι απλά ένας από τους δημιουργούς. Κάνω κουμάντο μόνο σ’ αυτή τη γωνιά του σύμπαντος. Μη φανταστείς μεγάλα πράγματα, μόνο δυο-τρεις εκατοντάδες γαλαξίες εδώ τριγύρω είναι δικοί μου. Άλλοι δημιουργοί είναι υπεύθυνοι για πολλούς περισσότερους και έχουν είδη κλάσεις ανώτερα από τα δικά μου. Δεν σου κρύβω πως είμαστε ανταγωνιστικοί μεταξύ μας, γι αυτό προσπαθούμε για το καλύτερο ή το χειρότερο.
  • Ενδιαφέρον.
  • Βαρέθηκες, κατάλαβα, είμαι φλύαρος γιατί για μένα ο χρόνος δεν είναι θέμα, ενώ για σένα είναι.
  • Σ’ ευχαριστώ που μου το υπενθυμίζεις κατάμουτρα, ενώ εσύ είσαι υπεύθυνος γι αυτό. 
  • Έλα… μη κάνεις έτσι, τόσες ιστορίες επινοήσατε για την μεταθανάτια ζωή, ποτέ δεν ξέρεις!
  • Εσύ όμως ξέρεις, και για να θέτεις έτσι το ζήτημα του πεπερασμένου χρόνου μου δεν με βλέπω και πολύ καλά.
  • Έχουμε ξεφύγει από την συζήτησή, ας μην σπαταλάμε άλλο τον χρόνο σου.
  • Τον λίγο χρόνο μου εννοείς.
  • Δεν είναι λίγος, συγκριτικά με έναν σκύλο.
  • Ναι αλλά συγκριτικά με σένα;
  • Και νομίζεις πως είναι καλό αυτό για μένα; κοιτάξου στον καθρέφτη, πραγματικά πιστεύεις πως θα δημιουργούσα τους ανθρώπους αν δεν έπληττα αφόρητα;
  • Αν προσπαθείς να με κάνεις να αυτοκτονήσω να ξέρεις πως τα καταφέρνεις.
  • Συγγνώμη, δεν είμαι καλός με τα λόγια, γι αυτό είμαι και μόνος μου. Τώρα θα σε ανταμείψω. Όπως σου έλεγα, καλώς ή κακώς, οι άνθρωποι είστε οι αγαπημένοι μου, σε γενικές γραμμές. Με το πέρασμα των χιλιετιών βλέπω αρκετά τεχνικά λάθη, τόσο στο σώμα όσο και στο πνεύμα σας. Ξέρω ότι τα βλέπεις κι εσύ.
  • Εγώ βλέπω μόνο λάθη.
  • Υπερβολές. Αποφάσισα λοιπόν να δημιουργήσω τον Άνθρωπο 2.0 , η δημιουργία θα βασιστεί στα σχέδια του δικού σου είδους, όμως θα διορθώσουμε όλα τα σφάλματα, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει τη δημιουργία ενός αρκετά διαφορετικού είδους. Εσύ βλέπεις πιο ξεκάθαρα από μένα τα σφάλματα που υπάρχουν γιατί τα αντιμετωπίζεις καθημερινά στη δουλειά σου και έτσι μπορείς να προγραμματίσεις τον τρόπο σκέψης του νέου είδους. 
  • Να προγραμματίσω; πώς;
  • Αν θες μπορούμε να το κάνουμε σε python.
  • Πλάκα μου κάνεις. Πέρα όμως απ’ αυτό, έχω ερωτήσεις. Πού θα ζήσει ο Άνθρωπος 2.0;
  • Θα μπορούσα να βρω έναν κατάλληλο kepler αλλά θέλει πολύ ψάξιμο. Να του αλλάξω ίσως τις συνθήκες, να τον καθαρίσω από άλλα επικίνδυνα είδη που ζουν εκεί. Πρέπει δηλαδή να υπολογίσω τις τροχιές κοντινών αστεροειδών, να περιμένω να συγκρουστεί κάποιος… και πάλι το αποτέλεσμα θα είναι αβέβαιο. Κι οι συνθήκες του πλανήτη δε θα είναι δοκιμασμένες. Μπορεί να επηρεάσουν τόσο την εξέλιξη του Ανθρώπου 2.0 που να καταλήξει σε Σκρακ 4.0
  • Σκρακ; τί είναι αυτό;
  • Δε θες να ξέρεις.
  • Και τί προτείνεις;
  • Αντικειμενικά, το πιο σίγουρο περιβάλλον είναι η Γη.
  • Και θα ζούνε δύο είδη ανθρώπων; έχει γίνει και στο παρελθόν βέβαια.
  • Ναι με δραματικά αποτελέσματα. Ο Νεάντερταλ ήταν το είδος που ήθελα να επιβιώσει. Πραγματικά πιστεύεις πως θα επιτρέψετε να ζουν ανάμεσά σας οι Άνθρωποι 2.0; Δε φημίζεστε για την αποδοχή της διαφορετικότητας ξέρεις! Πόσο μάλλον αν πρόκειται για ένα είδος που θα νιώθετε ότι απειλήστε από την ανωτερότητά του. Θα το εξαλείψετε πριν καλά καλά συνειδητοποιήσει την ύπαρξή του.
  • Μπορεί να είναι κι έτσι, αλλά δε βλέπω άλλη λύση.
  • Ας το δημιουργήσουμε πρώτα και μετά βλέπουμε.
  • Άλλωστε μπορείς να περιμένεις τους ανθρώπους να καταστραφούν μόνοι τους πριν το βγάλεις στην αγορά.
  • Να περιμένω; όχι! Σε ένα χρόνο είναι τα βραβεία δημιουργίας και δε σκοπεύω να ξαναχάσω.
  • Πρέπει να αντικαταστήσουν τους ανθρώπους μέσα σε ένα χρόνο;
  • Δε χρειάζεται να βασανίζεις το μυαλουδάκι σου με τέτοια.
  • Πες μου τουλάχιστον ότι δε μιλάμε για γήινο έτος αλλά του Ποσειδώνα, του Πλούτωνα.
  • Ναι ξέχασα να το διευκρινίσω. Μιλάω για έτος του Ερμή. Πάντα όταν μιλάμε για έτος σε ένα αστρικό σύστημα εννοούμε το έτος του πιο κοντινού πλανήτη στο άστρο. Μιλούσα με τη δική μας ορολογία, συγγνώμη.
  • Μισό λεπτό, να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Ήμουν στην τουαλέτα, και την επόμενη στιγμή βρέθηκα να μιλάω με τον… θεό; για τη δημιουργία ενός νέου είδους που πρέπει σε 80 ημέρες, γήινες μέρες, εικοσιτετράωρα, να αντικαταστήσει με αφανισμό το δικό μου είδος.
  • Όχι, όχι τα έχεις παρεξηγήσει! Κατ’ αρχήν το έτος του Ερμή διαρκεί 87,929 εικοσιτετράωρα, 88 υπέρ του μαθητή κι όχι 80 που είπες. Εκτός αυτού, τότε θα γίνει ο διαγωνισμός. Ο Άνθρωπος 2.0 πρέπει να εγκατασταθεί στον πλανήτη όσο το δυνατόν νωρίτερα, για να έχουμε πιθανότητες να κερδίσουμε. Φαντάζεσαι να μην έχει προλάβει να εγκλιματιστεί και να τον δουν να κουτρουβαλάει λόγω της βαρύτητας; όλος μας ο κόπος θα πάει χαμένος. Κι αν δεν σκέφτεσαι τον κόπο μας σκέψου τη θυσία όλων των συνανθρώπων σου που θα δώσουν την ευκαιρία σ’ αυτό το νέο υπέροχο είδος, τον Άνθρωπο 2.0 !
  • Νομίζω ότι χρειάζομαι λίγη σούπα μονόκερου για να συνέλθω. Καταλαβαίνεις τί μου ζητάς; να συντελέσω στον αφανισμό του είδους μου;!
  • Μα θα γίνει ούτως ή άλλως κάποια στιγμή, τώρα είναι η ευκαιρία! Τώρα είναι ο διαγωνισμός και δε γίνεται συχνά ξέρεις. Και μην αναφέρεις συνέχεια τον αφανισμό, μια απλή αντικατάσταση είναι. Τη θέση του είδους σου δεν θα την πάρουν δεινόσαυροι, θα μπορούσα να το κάνω κι αυτό, αλλά ένα αποσφαλματωμένο είδος φαινομενικά πανομοιότυπο. Όταν κατεβάζεις μια νέα αποσφαλματωμένη έκδοση ενός λογισμικού το κάνεις τόσο θέμα; άσε που αν δε βοηθήσεις εσύ θα το κάνει κάποιος άλλος, θερίζει η ανεργία εκεί κάτω.
  • Ναι μα όλοι αυτοί που θα πεθάνουν;
  • Πριν δεν παραπονέθηκες πως ούτως ή άλλως ζείτε λίγο; κι είπαμε, έχε πίστη στη μεταθανάτια ζωή, με τα μάτια σου είδες μονόκερους. Κανείς δε θα καταλάβει τίποτα. Το να τους ρίξω στην ίδια αρένα με τον Άνθρωπο 2.0 θα ήταν μεγαλύτερη τιμωρία.
  • Έχεις δίκιο, αλλά θα κάνουμε μια συμφωνία. Εγώ θα σου γράψω τον καλύτερο κώδικα για τον άνθρωπο 2.0 που μπορείς να βρεις στην πιάτσα, αλλά κι εσύ δε θα τεμπελιάσεις. Θα κάνεις φύλλο και φτερό όλους τους γαλαξίες σου και σίγουρα κάπου θα βρεις έναν πλανήτη όπου επικρατούν ακριβώς οι ίδιες συνθήκες με τη Γη, για να εγκαταστήσουμε τους νέους ανθρώπους. Μόνο τότε θα σου δώσω τον κώδικα.
  • Θα μπορούσα να σε εξαπατήσω και να δεχτώ τη συμφωνία σου. Τι Δημιουργός θα ήμουν όμως τότε; άσε που η εξαπάτηση του βοηθού απαγορεύεται ρητά στους όρους του διαγωνισμού. Δεν μπορώ να διακινδυνέψω ένα τόσο μεγάλο εγχείρημα σ’ έναν άγνωστο πλανήτη. 
  • Τότε να μεταφέρεις τους συνανθρώπους μου σ’ αυτόν τον πλανήτη που θα βρεις. Στον πιο κατάλληλο ε!
  • Σύμφωνοι. Μα φτυστούς μ’ εμένα σας έκανα ο πούστης! Ξεκουράσου τώρα κι αύριο ξεκινάμε.

Ο Δημιουργός εξαφανίστηκε και με άφησε μόνη σε αυτό το διαμέρισμα. Σε μια γωνία υπήρχε ένα γραφείο με έναν υπολογιστή. Η οθόνη του ήταν αναμμένη και το μόνο που υπήρχε στην επιφάνεια εργασίας ήτανε ένας φάκελος με όνομα “project Άνθρωπος 2.0”. Τον άνοιξα και περιείχε μόνο ένα μικρό κομμάτι κώδικα με την εντολή εμφάνισης του μηνύματος “hello world!”. Μου φάνηκε ειρωνικό, όπως και ο ίδιος ο Δημιουργός, όπως και εγώ που τελικά είμαι πλασμένη καθ’ ομοίωσή του. Προσπάθησα να θυμηθώ την εικόνα του, το πως έμοιαζε, αλλά δεν υπήρχε τίποτα συγκεκριμένο στο μυαλό μου. Είχε παράλληλα χαρακτηριστικά όλων των ανθρώπων όλων των φυλών, αλλά και αυτά των γνωστών σε εμένα ζώων. Κι ενώ έβλεπα σ’ αυτόν και χαρακτηριστικά που δεν μπορούσα να κατατάξω σε κανένα είδος, παρέμενε το πιο οικείο σε μένα πρόσωπο.

Σκεφτόμουν όλη αυτή την ιστορία με τον νέο άνθρωπο και πόσο λίγο νοιάζεται για τον ελαττωματικό παλιό. Τον διαγωνισμό που οι δημιουργοί θα επιδείξουν τα καλύτερα είδη τους και τα πιο εντυπωσιακά νεφελώματά τους, κι αναρωτήθηκα αν υπήρχαν κατηγορίες βραβείων. Κοίταξα τα ράφια σ’ έναν τοίχο μήπως βρω κάποιο έπαθλο, ένα χρυσό αγαλματάκι, μία κρυστάλλινη πλακέτα που να έχει κερδίσει ο δικός μας στο παρελθόν, αλλά δεν είδα τίποτα. Φαίνεται δεν θα είναι καλός. Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα πως όχι μόνο ανήκω σε ένα ελαττωματικό από τα αμέτρητα είδη ενός μέτριου δημιουργού του σύμπαντος, αλλά θέλει και να μας αντικαταστήσει ζητώντας τη βοήθεια μιας κοινής θνητής! Σίγουρα η συμφωνία μου για μεταφορά σε άλλον πλανήτη ήταν ότι καλύτερο μπορούσα να πετύχω και αυτό κάπως με καθησύχαζε. Βέβαια προϋπόθεση για όλα αυτά είναι να γράψω τον κώδικα για τον Άνθρωπο 2.0 αλλιώς ποιος ξέρει τι θα συμβεί.

Πως ξεκινάει κανείς για να φτιάξει ένα νέο τέλειο άνθρωπο που να παραμένει άνθρωπος; Ο Δημιουργός μου είχε αφήσει όλα τα αρχεία της δημιουργίας του δικού μας είδους στον φάκελο “καθ’ εικόνα και ομοίωση” εκεί υπήρχαν βιβλιοθήκες ανθρωπίνων ιδιοτήτων με έτοιμες συναρτήσεις όπως αυτή της επιβίωσης, της διαιώνισης, του μητρικού ενστίκτου, της μαθηματικής σκέψης, της ενσυναίσθησης. Κάποιες τις είχε φτιάξει ο ίδιος από την αρχή και κάποιες κτίστηκαν μόνες τους με τον τρόπο που μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να συνδυάσει υπάρχουσες ιδιότητες με παράγοντες και να δημιουργήσει αλλά και να εκπαιδευτεί σε νέες.

Και εκεί που ως τότε η δουλειά που ανέλαβα να κάνω μου φαινόταν εξωπραγματική, συνειδητοποίησα πως τελικά δεν ήταν και τόσο έξω από τα χωράφια μου. Σύντομα κατάλαβα πως ένα αποσφαλματωμένο είδος κρύβει μεγάλους κινδύνους για το ίδιο. Αν υποθέσουμε για παράδειγμα πως η πονηριά είναι ένα bug στον κώδικα του ανθρώπου, θα μπορούσε ο άνθρωπος να επιβιώσει χωρίς ίχνος απ’ αυτή; Κι η ματαιοδοξία είναι σίγουρα κάτι αρνητικό, αλλά ποια εξελικτικά άλματα δεν τις χρωστάνε τίποτα; Ήταν φανερό πως καμιά ιδιότητα στον άνθρωπο δεν περισσεύει και δεν πρέπει να εξαφανιστεί για πάντα από τον κώδικά του. Το μόνο που χρειάζεται είναι μερικές λούπες με περιορισμένο αριθμό επαναλήψεων ή ελεγχόμενες από σωστές συνθήκες. Κάτι σαν… 

#Πέσιμο

Για όσο υποψήφιο_ταίρι=‘χαμογελαστό’ :

Επανέλαβε φλερτ(υποψήφιο_ταίρι)

Αλλιώς:

χαιρέτησε ευγενικά(υποψήφιο_ταίρι)

Τόσο απλή ήταν η δημιουργία του Ανθρώπου 2.0 για μένα. Κι αν όλος αυτός ο αριθμός των επαναλήψεων ήταν υποκειμενικός, το μόνο υποκείμενο που ‘χα πρόχειρο εκείνη τη στιγμή ήταν ο εαυτός μου. Και αυτό το τέλειο νέο είδος έγινε κατά δική μου εικόνα και ομοίωση. Όσο πλησίαζε η στιγμή που θα συναντούσα τον Δημιουργό μου, αυτό τελικά δεν είναι τόσο μακάβριο όσο ακούγεται, τόσο ανησυχούσα για τον κώδικά μου. Μήπως δεν έπρεπε να τον φτιάξω με κριτήριο εμένα; Μήπως ήθελε πραγματικά να εξαφανίσω τα αρνητικά χαρακτηριστικά μας; Άλλωστε μίλησε για αποσφαλμάτωση. Κι αν ο κώδικάς μου δεν περνούσε τη βάση ή αν έκανα κάτι λάθος και  κράσαρε μέσα σε λίγες δοκιμές, τι θα γινόταν ο παλιός άνθρωπος; Η συμφωνία μου με τον Δημιουργό δεν θα ίσχυε. Άσε που όταν θυμώνει έχει στο τσεπάκι του τις βιβλικές καταστροφές. Τι θα λέγε η μάνα μου αν ήξερε πως θα γίνω υπεύθυνη για τον αφανισμό μας; Δεν θα είχε μούτρα να βγει στη γειτονιά. Αλλά από την άλλη αν κάτι ξέρω να κάνω καλά, εκτός από τον προγραμματισμό, είναι να πουλάω το προϊόν μου. Τότε η πόρτα του διαμερίσματος άνοιξε και μέσα από καπνούς ξεπρόβαλε βήχοντας Εκείνος.

  • Γιατί το κάνεις αυτό; Αφού σε πειράζει.
  • Το ξέρω, αλλά τι να έκανα; Να εμφανιστώ έτσι απλά σαν ντελιβεράς χωρίς κανένα εφέ;
  • Πίστεψε με όταν πεινάς, κανένας ντελιβεράς δεν εμφανίζεται έτσι απλά. Η ψυχική ανάταση κατά την άφιξή τους υπερβαίνει κατά πολύ τους καπνούς σου. Για να μη θυμηθώ τις άπειρες ιστορίες για καυτά pizza boys.
  • Εγώ να πιστέψω σε σένα; οκ… κάπου το χάσαμε νομίζω. Ένα πουλάκι μου είπε πως έχεις έτοιμο τον κώδικα.
  • Ναι, βρήκα αυτή την εντολή “χρησιμοποίησε την έκφραση ένα πουλάκι μου είπε, όταν υπάρχει μια πιο ρεαλιστική εξήγηση για εντυπωσιασμό” στον κώδικα του παλιού ανθρώπου και την έσβησα να ξέρεις!
  • Δε χρειαζόταν αφού δεν ήταν σφάλμα αλλά δεν θα σου κρατήσω κακία γι’ αυτό. Λοιπόν δείξε μου το νέο άνθρωπο.
  • Όχι πριν μου πεις που θα μετεγκαταστήσεις τον παλιό.
  • Έκανα το καλύτερο, όπως στο υποσχέθηκα. Όπως γνωρίζεις η ακτινοβολία κάθε άστρου διαφέρει, λίγο υδρογόνο παραπάνω να περιέχει και τσουπ! Να σου μια ουρά και δύο επιπλέον στήθη που θα έκαναν τους πλαστικούς ακόμη πιο πλούσιους και όλους σας στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Έτσι σκέφτηκα να παραμείνετε στο ηλιακό σας σύστημα, να γαιοποιήσω τον Άρη, δική μου φανταστική ιδέα, να ξαναθέσω σε λειτουργία έναν ποταμό του, να φτιάξω εκεί και καναδυό γυάλινες σφαίρες για να ζείτε μέσα, να σας δώσω και κάμποσους σπόρους από πατάτες για να καλλιεργείτε με λίπασμα τα ίδια σας τα σκατά και θα κάνετε εσείς τα κουμάντα σας. Δεν σας φοβάμαι είστε πολυμήχανοι. Άλλωστε το είχατε σκοπό να μετακομίσετε εκεί και θα το κάνω να φανεί σαν δικό σας επίτευγμα.
  • Μα τότε θα γίνουμε αρειανοί.
  • Ξέρω πως θα ‘θελες να γίνετε αεκτζήδες αλλά ο πλανήτης ΑΕΚ είναι προς το παρόν στο Β υποσύμπαν. Χαχαχα αστειάκι. Έχει συμβεί και στο παρελθόν με το είδος πριν από σας, με τους προγόνους σας ουσιαστικά. Έχετε δει το άγαλμα τους στην επιφάνεια του Άρη.
  • Ή ιστορία επαναλαμβάνεται λοιπόν. Μα αυτοί δεν υπάρχουν πια! Το ίδιο θα συμβεί και σε μας!
  • Υπήρξαν για χιλιετίες, μόνοι τους το φάγαν το κεφάλι τους. Ήταν το νέο τρεντ στα γκουρμέ εστιατόρια τους. Άλλωστε είπαμε εσείς είστε πολυμήχανοι δεν σας φοβάμαι. Δείξε μου το νέο πράμα.
  • Κάτι στην φάση της “καθ’ εικόνας και ομοίωσής σου” μου λεει πως απλά βαριόσουν να ψάξεις για νέα Γη, αλλά ας είναι. Με υπερηφάνεια και συγκίνηση σου παρουσιάζω τον νέο άνθρωπο! Αυτόν που θα κουβαλάει στο DNA του κάθε πτυχή του σημερινού ανθρώπου. Αυτόν που επιβιώνει και στις πιο δύσκολες καταστάσεις, που κάνει τα μειονεκτήματά του πλεονεκτήματα. Που είναι ικανός να γράψει ένα ποίημα και στη συνέχεια να το μετουσιώσει στο νέο εξελιγμένο είδος του. Ο άνθρωπος στις σωστές του αναλογίες που η σοφία του είναι θεϊκή ως που κανείς δεν θα μπορεί πια να διακρίνει ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιος ο θεός του.

Μετά απ’ αυτόν τον σεμνό πρόλογο, έτρεξα κάποιες δοκιμές όπου το λογισμικό του Ανθρώπου 2.0 αντιδρούσε σε κρίσιμες καταστάσεις.

  • Αρκετά, με διέκοψε Εκείνος. Είδα αρκετά! Η δοκιμασία πέτυχε.
  • Δηλαδή τώρα πρέπει οπωσδήποτε να πάμε στον Άρη; Μήπως άλλαξες γνώμη; Μήπως μπορούμε να μείνουμε στη Γη;
  • Όχι, εσύ δεν μπορείς να μείνεις στη Γη, οι υπόλοιποι ναι, θα μείνουν.
  • Δεν σε καταλαβαίνω. Και η αντικατάσταση των ειδών; Ο διαγωνισμός; Εγώ;
  • Όλα αυτά ήταν μια πρακτική δοκιμασία στην επιστράτευση νέων δημιουργών, στην οποία συμμετείχες. Εσύ ήσουν άλλωστε αυτή που έβαλε αγγελία για δουλειά. Αν και είναι αγαθό εκ μέρους σου που πίστευες ότι θα σου ανέθετα μια τόσο σημαντική δουλειά πριν εκπαιδευτείς, αλλά ήταν ο μόνος τρόπος να δούμε ποιοι έχουν τα προσόντα. Φεύγεις για την εκπαιδευτική κατασκήνωση των δημιουργών.

Αυτά έγιναν εκείνη τη μέρα. Δεν θυμάμαι να υπέγραψα κάποιο συμβόλαιο, δεν θυμάμαι να μάζεψα τα πράγματα απ’ το παλιό μου γραφείο σε μια κούτα όπως ζήλευα βλέποντας να το κάνουν στις ταινίες. Δεν θυμάμαι να καυχήθηκα σε κανέναν για την προαγωγή μου ή έστω να τους αποχαιρέτησα. Θυμάμαι μόνο ένα πράγμα να ηχεί στα αυτιά μου “ήταν μόνο 38 χρονών”. Σίγουρα η ζωή μου άλλαξε τελείως.

Ναι κι εγώ σ’ αγαπάω

  • Έλα μέσα, ναι εδώ είμαστε πάλι. Θα πατήσω εγώ το κουμπάκι. Μη γαβγίσεις! Ναι, κι εγώ σ’ αγαπάω!

Πέντε όροφοι… είναι αρκετοί; Θα μπορούσαν να ήταν και πολύ λιγότεροι. Έχω δει και ισόγεια. Ευτυχώς έτυχε να επιλέξω αυτόν, και τώρα μπορούμε να διανύσουμε μαζί αυτούς τους πέντε ορόφους, με αυτό το αργό ασανσέρ. Είναι αρκετοί;

  • Ναι, κι εγώ σ’ αγαπάω! Ωπ, κάποιος μας σταμάτησε στον πρώτο.

Πάντα χαίρομαι να βλέπω νέα παιδιά που αγαπάνε τα ζώα. Κι αυτά τα δυο μουτράκια, που μπήκαν μόλις μέσα, φαίνονται τόσο ταιριαστά. Το κουτάβι κοκκινωπό και γεμάτο ζωντάνια. Κι ο πιτσιρικάς που το κρατάει αγκαλιά, με τις κόκκινες φακίδες του και το ζωηρό του βλέμμα. Λες να μοιάζω κι εγώ με σένα; Σίγουρα δε μοιάζαμε όταν ήσουν κουτάβι. Ήσουν τόσο παχουλό!

Πάνε δεκαπέντε χρόνια, όμως θυμάμαι σαν χτες την πρώτη μας επίσκεψη στον κτηνίατρο. Είχα μόλις αποκτήσει την ανεξαρτησία μου, μετακόμισα σ’ ένα διαμέρισμα μόνη, και την επόμενη μέρα σε πήρα. Θα ζήσουμε μαζί σου είπα, θες δε θες. Κι έτσι, θες δε θες, σε έφερα για το πρώτο σου εμβόλιο. Ανησυχούσα μέσα μου μη πονέσεις και πάψεις να μ’ αγαπάς. Δεν ήξερα ακόμη πως η αγάπη σου θα είναι τόσο ανιδιοτελής και παντοτινή.

Τέσσερις όροφοι ακόμη… είναι αρκετοί;

  • Ναι, κι εγώ σ’ αγαπάω! Νεαρέ, πες κι εσύ στο δικό σου μια καλή κουβέντα, τι χαμογελάς;

Χαίρομαι που η διαδρομή μας σταματάει ξανά. Κερδίζω χρόνο. Η γυναίκα που μπήκε τώρα μέσα μου θυμίζει τη γειτόνισσά μας, την κυρία Λίτσα. Δεν τη κόβω για φιλόζωη. Πρέπει να ‘χει φρικάρει κλεισμένη με δυο σκυλιά εδώ μέσα. Ναι, ναι έτσι, πιάσε στην άκρη, δεν έχω καμιά όρεξη να βλέπω τα μούτρα σου. Έτσι έκανε και η κυρία Λίτσα, έψαξε όλη τη νομοθεσία για ζώα στην πολυκατοικία, κάλεσε συνελεύσεις, μέχρι και την αστυνομία. Μύριζε λέει το ασανσέρ σκυλίλα. «Κι εμένα μου μυρίζει το πατσουλί που φοράς και κλείνει η ανάσα μου» της είχα πει, «γι αυτό, θα ανεβαίνουμε απ’ τις σκάλες». Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελα μπελάδες με τη γειτονιά, κι έτσι υποχώρησα στο θέμα του ασανσέρ, για να ηρεμίσουν τα πράγματα. Τελικά οι σκάλες μας έκαναν καλό, γίναμε κι οι δυο κορμάρες, δεν ήσουν πια το τετράπαχο κουτάβι. Ποτέ δε θα ξεχάσω τα κυνηγητά που κάναμε, ακόμη κι όταν ήμουν κουρασμένη, με ‘σένα μπορούσα πάντα να τρέξω.

Τρεις όροφοι ακόμη… είναι αρκετοί;

  • Ναι, κι εγώ σ’ αγαπάω!

Τι κοιτάζει τώρα αυτή; Τόσο περίεργο της φαίνεται; Η σκέψη μου διακόπτεται και πάλι. Αυτή τη φορά ένα ηλικιωμένο ζευγάρι μπαίνει στο ασανσέρ.

  • Καλημέρα

Καλοσυνάτοι μου φαίνονται. Δεν τραβήχτηκαν μακριά απ’ τα ζώα μας, κρατούν όμως το βλέμμα τους μακριά από τη σωσία της κυρά-Λίτσας. Οι ηλικιωμένοι έχουν διαίσθηση, ίσως λόγω εμπειρίας, αναγνωρίζουν τους κακόψυχους ανθρώπους. Όπως και τα μικρά παιδιά, αλλά και τα ζώα, έχουν διαίσθηση. Θυμάμαι εκείνο το πρωί που κλαψούριζες και δε με άφηνες να φύγω για δουλειά. Ήταν ίσως η μόνη φορά που νευρίασα μαζί σου. Με τραβούσες από τα ρούχα καθυστερώντας με. Έριξες πάνω μου μέχρι και τον καφέ. Έγινα χάλια, έφυγα με είκοσι λεπτά καθυστέρηση. Κι όταν έφτασα στη στάση λαχανιασμένη, έμαθα πως το προηγούμενο λεωφορείο τράκαρε. Δυο άνθρωποι είχαν σκοτωθεί. Σ’ αυτό το αστικό θα έμπαινα αν δε με καθυστερούσες. Ακόμη αναρωτιέμαι αν είχες διαισθανθεί τον κίνδυνο, και τι θα είχε συμβεί αν δεν υπήρχες στη ζωή μου. Κι αν μου έσωσες τη ζωή; τώρα πώς στο ξεπληρώνω; 

Δυο όροφοι ακόμη… είναι αρκετοί;

  • Ναι, κι εγώ σ’ αγαπάω!

Ο ηλικιωμένος κύριος σου χάιδεψε το κεφάλι.

  • Του αρέσει, είναι χαδιάρης. Ναι, κι εγώ σ’ αγαπάω!

Ένας όροφος ακόμη… είναι αρκετός; Είναι αρκετός για να σε χορτάσω; Για να καταλάβεις πόσο σ’ αγαπάω; Για να με συγχωρέσεις για όσες βόλτες δε σε πήγα; Για τις ώρες που έλειπα από το σπίτι; Για τη δίαιτα που σου ‘κανα; Για τα πικρά χάπια που μάταια σε ταΐζω τελευταία; Για να σ’ ευχαριστήσω που με ωρίμασες; Που είσαι η παρέα μου δεκαπέντε χρόνια. Που μου χάρισες τόση χαρά κι ενέργεια. Που έχεις ακούσει όλα τα μυστικά μου. Που άκουγες το κλάμα μου, όταν έκλεινε η πόρτα του σπιτιού μας. Για να με συγχωρέσεις γι αυτό που θα σου κάνω τώρα;

Φτάσαμε.

  • Ναι, κι εγώ σ’ αγαπάω!
  • Καλημέρα, είμαι η Παπαδοπούλου, έχω ένα ραντεβού για ευθανασία.

Κοινή ζωή

Έξι χρόνια, έξι ολόκληρα χρόνια ήμουν εκεί, μαζί του, εγκλωβισμένη σε αυτά τα λίγα τετραγωνικά γης, περικυκλωμένη από θάλασσα. Την μέρα καθισμένη κάτω από έναν άθλιο ξερό, αλλά μοναδικό φοίνικα και τις βροχερές νύχτες μέσα σε εκείνη τη σκοτεινή αποπνικτική σπηλιά.

Εκείνος ψάρευε και επιβιώναμε, όμως για αντάλλαγμα έπρεπε να ακούω τις θεωρίες του για τους τρόπους διαφυγής μας. Σκόπευε να χρησιμοποιήσει ότι είχε απομείνει από τη συντριβή του αεροπλάνου μας πάνω στο ερημονήσι που είχαμε ναυαγήσει. Το ένα πρωί με ξυπνούσε για να σχεδιάσουμε μια βάρκα και το επόμενο ένα αερόστατο. Ο ενθουσιασμός του ήταν τόσο μεγάλος όπως ενός παιδιού κι ας μην είχε ιδέα πως θα γίνουν όλα αυτά, αλλά ούτε και τι κατεύθυνση πρέπει να πάρουμε αν τα φτιάξουμε.

Πάντα με έβαζε τα σχέδια του, στην ίδια βάρκα, στο ίδιο αερόστατο, φεύγαμε μαζί, για να βρούμε τι; Άλλη μια μουχλιασμένη σπηλιά ή μήπως ένα μίζερο διαμέρισμα; Και εγώ τον βοηθούσα κι ας ήμουν σίγουρη πως δε θα τα καταφέρει κι ας μην ήξερα αν θέλω να φύγω. Πάντα όμως φανταζόμουν εμένα στο αερόστατο και αυτόν στην βάρκα, ή το αντίστροφο.

Μετά από λίγες ώρες ο ήλιος και η πείνα τον κούραζαν. Χανόταν ο ενθουσιασμός, άφηνε τα σχέδια του και φρόντιζε για την επιβίωσή μας με το αυτοσχέδιο καλάμι του, πιάνοντας πάντα ακριβώς τόσα ψάρια όσο να μην πεινάμε, πάντα από το ίδιο είδος. Εγώ τα μαγείρευα, τρώγαμε, νύχτωνε, κοιμόμασταν, ξυπνούσαμε.

Το τελευταίο βράδυ είδα πως μεταμορφωθήκαμε σε δύο πανέμορφα γυαλιστερά ψάρια, μπήκαμε στον ωκεανό που μας κρατούσε μαζί αλλά και μας περιόριζε τόσο καιρό, ένιωσα επιτέλους ζωντανή από το παγωμένο νερό, τον φίλησα στα ψαρίσια του χείλη, έκλεισα τα μάτια και κολύμπησα μακριά.

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε