Καμμένη γη με περιβάλει. Κι οι άνθρωποι ζούνε πάλι σε αγέλες για να προστατευτούν, από τι; Από τους ίδιους, γι’ ακόμη μια φορά. Από αυτόν που θέλει να οικειοποιηθεί τα πάντα. Να χωρέσει, αν είναι δυνατόν κι όλο τον πλανήτη, μέσα στο αποπνικτικό του υπόγειο.
Και τώρα το νερό είναι αυτό που ανάβει τις φωτιές. Αυτό που κάποτε τις έσβηνε, που ένωνε τα σώματα μας μ’ έναν τρόπο μυστηριακό, που μας γέννησε πριν κάνουμε τα πρώτα μας βήματα πάνω στο χώμα. Το ονειρευόμαστε διάφανο κι αναζωογονητικό, όπως μας το περιέγραψαν οι πρόγονοί μας. Εκείνοι που θεοποίησαν την ατομικότητά μας, την ατομικότητά τους. Αυτοί που αποκήρυξαν ως έννοιες πρωτόγονες την αλληλεγγύη, το μοίρασμα. Που θέλησαν να κατακτήσουν τα πάντα, και τα κατάφεραν. Στον κόσμο λέγαν, έρχεσαι και φεύγεις μόνος. Ξέχασαν όμως το μεταξύ, τη ζωή, και τη ζήσανε κι αυτή μόνοι. Αυτή τη τέχνη μας κληροδότησαν, και τώρα που συσπειρωνόμαστε, πάλι λυσσάμε για το ποιος θα επικρατήσει. Κι η μοναξιά όταν ζεις με πολλούς είναι η πιο βασανιστική κι η πιο επικίνδυνη, για τους άλλους και για σένα.
Αποζητούμε το νερό, τη ζωή, όπως θα ‘πρεπε να είναι, ελεύθερα για όλους. Αυτό όμως που έμεινε εδώ, αυτό για το οποίο είμαστε ικανοί και έχουμε σκοτώσει, είναι μια θολή ανάμνηση της πραγματικότητας. Είναι μια ουσία που μας δηλητηριάζει τη ψυχή και το σώμα. Είναι η επιβίωση μας ή ο εφιάλτης μας, μέχρι να βρεθεί κάποιος που το θέλει περισσότερο από σένα, από μένα. Αυτήν τη δίχως νόημα ανάσα, είμαι έτοιμος να στη δώσω, δε θα μου την πάρεις, θα στη προσφέρω, για να χτυπάει με μανία απ’ άκρη σ’ άκρη μέσα στο κρανίο σου, μέχρι να μην ακούς τον εαυτό σου. Έτσι όπως έκανε και σε μένα. Αφού τόσο πολύ πια τη θες, ορίστε πιες! Κι εγώ θα ζήσω έστω και για λίγο, απαλλαγμένος, ελεύθερος, πραγματικά μόνος αλλά και πραγματικά μαζί με ότι με περιβάλει. Κοιτάζοντας τον ήλιο έξω στον δρόμο που θα ακολουθήσουν κι άλλοι, θα ζήσω στ’ αλήθεια.