Έλλειψη

Καμμένη γη με περιβάλει. Κι οι άνθρωποι ζούνε πάλι σε αγέλες για να προστατευτούν, από τι; Από τους ίδιους, γι’ ακόμη μια φορά. Από αυτόν που θέλει να οικειοποιηθεί τα πάντα. Να χωρέσει, αν είναι δυνατόν κι όλο τον πλανήτη, μέσα στο αποπνικτικό του υπόγειο. 

Και τώρα το νερό είναι αυτό που ανάβει τις φωτιές. Αυτό που κάποτε τις έσβηνε, που ένωνε τα σώματα μας μ’ έναν τρόπο μυστηριακό, που μας γέννησε πριν κάνουμε τα πρώτα μας βήματα πάνω στο χώμα. Το ονειρευόμαστε διάφανο κι αναζωογονητικό, όπως μας το περιέγραψαν οι πρόγονοί μας. Εκείνοι που θεοποίησαν την ατομικότητά μας, την ατομικότητά τους. Αυτοί που αποκήρυξαν ως έννοιες πρωτόγονες την αλληλεγγύη, το μοίρασμα. Που θέλησαν να κατακτήσουν τα πάντα, και τα κατάφεραν. Στον κόσμο λέγαν, έρχεσαι και φεύγεις μόνος. Ξέχασαν όμως το μεταξύ, τη ζωή, και τη ζήσανε κι αυτή μόνοι. Αυτή τη τέχνη μας κληροδότησαν, και τώρα που συσπειρωνόμαστε, πάλι λυσσάμε για το ποιος θα επικρατήσει. Κι η μοναξιά όταν ζεις με πολλούς είναι η πιο βασανιστική κι η πιο επικίνδυνη, για τους άλλους και για σένα. 

Αποζητούμε το νερό, τη ζωή, όπως θα ‘πρεπε να είναι, ελεύθερα για όλους. Αυτό όμως που έμεινε εδώ, αυτό για το οποίο είμαστε ικανοί και έχουμε σκοτώσει, είναι μια θολή ανάμνηση της πραγματικότητας. Είναι μια ουσία που μας δηλητηριάζει τη ψυχή και το σώμα. Είναι η επιβίωση μας ή ο εφιάλτης μας, μέχρι να βρεθεί κάποιος που το θέλει περισσότερο από σένα, από μένα. Αυτήν τη δίχως νόημα ανάσα, είμαι έτοιμος να στη δώσω, δε θα μου την πάρεις, θα στη προσφέρω, για να χτυπάει με μανία απ’ άκρη σ’ άκρη μέσα στο κρανίο σου, μέχρι να μην ακούς τον εαυτό σου. Έτσι όπως έκανε και σε μένα. Αφού τόσο πολύ πια τη θες, ορίστε πιες! Κι εγώ θα ζήσω έστω και για λίγο, απαλλαγμένος, ελεύθερος, πραγματικά μόνος αλλά και πραγματικά μαζί με ότι με περιβάλει. Κοιτάζοντας τον ήλιο έξω στον δρόμο που θα ακολουθήσουν κι άλλοι, θα ζήσω στ’ αλήθεια.

Οι τελευταίοι άνθρωποι του κόσμου

Ήταν αναμενόμενο απ όταν η ανθρωπότητα άρχισε να μελετά το διάστημα, οι πιο απαισιόδοξοι ή απλά ρεαλιστές μίλησαν για το ενδεχόμενο στην Γη να προσκρούσει κάποιος αστεροειδής και το αποτέλεσμα να είναι απόλυτα καταστροφικό για το είδος μας. Για δεκαετίες ετοιμάζονταν πλάνα για το πώς θα μπορούσαμε να το αποφύγουμε, αλλά η αλήθεια είναι πως όλοι γνώριζαν πως κάποιοι αστεροειδείς που μας περιτριγυρίζουν έχουν τόση μάζα που κανένα σχέδιο καμιάς διαστημικής υπηρεσίας, καμιάς υπερδύναμης δεν θα μπορέσει να τους σταματήσει.

Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Λευκός, τον παρατηρούσαν τα τελευταία δύο χρόνια και είχε 1,5 χιλιόμετρο διάμετρο. Τον ονόμασαν έτσι λόγω του χρώματός του ή ίσως λόγω της εκκαθάρισης που θα έφερνε στην Γη. Κάποιοι λένε πως οι επιστήμονες γνώριζαν από την πρώτη στιγμή πως είχε βάλει πλώρη για εδώ. Σε όλους μας πάντως ανακοίνωσαν το ενδεχόμενο πρόσκρουσης πριν ένα μήνα και από τότε δεν τολμάω να βγω από το σπίτι.

Συζητήσεις επί των συζητήσεων για το τι πρέπει να κάνουν για να του αλλάξουν την πορεία, όμως εγώ ξέρω πως τα είχαν ήδη δοκιμάσει όλα πριν μοιραστούν το νέο με όλη την ανθρωπότητα. Έξω τώρα γίνονται διαμαρτυρίες για τις κυβερνήσεις που δεν έριξαν περισσότερα πυρηνικά στον Λευκό, που δεν έφτιαξαν καταφύγια μέσα στα βάθη της Γης, που δεν μας πάνε στην Σελήνη ή τον Άρη, που δήθεν θα σωθούν μόνο οι πλούσιοι, που δεν ζούσαμε με θρησκευτική ευλάβεια, που δεν προσπαθήσαμε να κάνουμε κονέ με εξωγήινους για να μας σώσουν.

Άλλοι περνάνε τις μέρες τους γλεντώντας σα να μην υπάρχει αύριο (το σαν νομίζω είναι περιττό). Άλλοι κάνοντας εγκλήματα για τα οποία δε θα τιμωρηθούν ποτέ. Άλλοι πίνοντας μέχρι θανάτου. Άλλοι αυτοκτονώντας. Άλλοι κοιτάζοντας τα ταβάνια τους. Αυτοί είναι οι τελευταίοι άνθρωποι στον κόσμο. Ή μάλλον αυτοί ήταν πάντα οι άνθρωποι, κι αυτή ήταν απλά η ευκαιρία τους να το δείξουν για μια τελευταία φορά.

Σηκώθηκα στις εφτάμιση, ήταν μια υπέροχη μέρα, ντύθηκα και πήρα τον δρόμο για το γραφείο. Γύρω μου πανικός, άνθρωποι άπλυτοι εδώ και έναν μήνα. Έφτασα στην εταιρία, ξεκλείδωσα, ήμουν μόνη. Άνοιξα τα e-mail, το τελευταίο επαγγελματικό μήνυμα είχε σταλεί πριν ένα μήνα. Έφτιαξα έναν καφέ και έστειλα ένα αρχείο που είχα ετοιμάσει στη μητρική μας εταιρία. Μετά έφυγα, πήγα στο σπίτι των γονιών μου που με κοίταζαν ταραγμένοι με δάκρυα στα μάτια. Ζήτησα από τη μάνα μου να μου μαγειρέψει κάτι, έκανε σα να της ζήτησα το πιο παράλογο πράγμα στον κόσμο. Τελικά μου τηγάνισε ένα αυγό γιατί το ψυγείο και η κουζίνα της βρισκόταν υπό διάλυση. Ήταν ό,τι πιο νόστιμο είχα φάει. Τους φίλησα και τους δύο. 

Πήρα το αυτοκίνητό μου και πήγα μια μεγάλη βόλτα, οδηγούσα για ώρες, ανάμεσα σε φωτιές και σπασμένες τζαμαρίες, ώσπου βγήκα σε μια ερημιά με θέα τη θάλασσα. Τηλεφώνησα σε μερικούς καλούς μου φίλους, μιλούσαμε για τα παλιά, για όσα ζήσαμε μαζί, ενώ στο αυτοκίνητο άκουγα όσες μουσικές έχω αγαπήσει. Το σούρουπο μπήκα στη θάλασσα και κάθε αρνητική σκέψη έφυγε από το μυαλό μου. Ήταν μια υπέροχη μέρα, είπα, όπως θα είναι και όλες όσες ακολουθήσουν. Όταν ο Λευκός έρθει να μας συναντήσει θέλω οι τελευταίοι άνθρωποι του κόσμου να είναι άνθρωποι.

Bar «με το στανιό»

Ένα βροχερό βράδυ, ένας τράγος κι ένα βόδι συναντιούνται σ’ ένα μπαρ. Και λέω συναντιούνται γιατί ήταν οι μόνοι δυο θαμώνες εκείνη την προχωρημένη ώρα, μιας απ’ τις πιο κρύες νύχτες εκείνου του χειμώνα.

Όσο και να μην ήθελε ο ένας να παραδεχτεί την παρουσία του άλλου, ο μπάρμαν προσπαθούσε εναγωνίως να τους εμπλέξει σε μια κοινή συζήτηση, για πολλούς λόγους. Αρχικά ένοιωθε πλήξη, έπειτα ήταν κουραστικό να μετακινείται από τη μια άκρη της μπάρας στην άλλη για να μιλάει στον καθένα ξεχωριστά. Και οι δυο τους είχαν όρεξη για κουβέντα και του είχαν ανοίξει δυο εντελώς διαφορετικές συζητήσεις. Ο τράγος, που τον έλεγαν Στέφο, ανέλυε πολιτικά και αθλητικά θέματα, κι ο Όλαφ, το βόδι, του μιλούσε για το σύμπαν, τη ζωή σε άλλους πλανήτες και την ύπαρξη του Θεού. Ο μπάρμαν έπληττε αφόρητα με αυτές τις συζητήσεις κι ήθελε να φέρει τη μπάλα στο δικό του γήπεδο. Επίσης κάτι μέσα του, του ‘λεγε πως αν ο Στέφος με τον Όλαφ συζητούσαν θα τσακωνόταν γρήγορα, θα έφευγαν και θα μπορούσε κι αυτός να κλείσει το μπαρ και να πάει σπίτι του μια ώρα αρχύτερα.

Έτσι είπε:

–  Όλαφ, να! Ο Στέφος από δω, για ένα μεγάλο διάστημα ερχόταν στο μπαρ με διαφορετικές κατσίκες, σχεδόν κάθε βράδυ, κι όλες τους μία και μία, βελτιωμένες, το μαλλί τους ήταν ποιοτικότερο του μερινός!

–  Α ναι; Είπε ο Όλαφ και σκέφτηκε πως ο μπάρμαν του έριξε μπηχτή γιατί δεν τον είδε ποτέ με καμία αγελάδα.

–  Έπρεπε να αγγίξεις το μαλλί τους φίλε, είπε ο Στέφος, μεταξένιο και τόσο ζεστό! Παρακαλάνε να τις μαρκαλέψω. Αλλά κι εγώ είμαι ο πρώτος τράγος στη μονάδα, με κέρδισαν σε διαγωνισμό στο facebook, δε φαντάζεσαι πόσοι ‘θέλαν να με αποκτήσουν. Το σπέρμα μου έχει τρία ISO!

–  Μάλιστα… μονολόγησε ο Όλαφ.

–  Πες μας κι εσύ κάτι για τις αγελάδες, του πε πειραχτικά ο μπάρμαν που ήξερε πόσο ντροπαλός είναι ο Όλαφ.

–  Ε, ξέρετε έχουν πολύ γάλα και γενικά είναι ήρεμες, μέχρι βέβαια να νευριάσουν και να κλωτσήσουν την καρδάρα με όλο τους το γάλα.

–  Άστα αυτά! Μίλα μας για τα μαστάρια τους φίλε, είπε ο Στέφος, είναι στ’αλήθεια τόσο μεγάλα; Και μυρίζουν βανίλια;

–  Δε θυμάμαι, πάει καιρός απ’ όταν θήλαζα, αποκρίθηκε ο Όλαφ, κι οι δυο τους ξέσπασαν σε γέλια και κατέβασαν τις τελευταίες γουλιές απ’ τα ποτά τους.

Μετά από μια στιγμή αμηχανίας γέλασε κι ο Όλαφ και ήπιε λίγο, προσποιούμενος πως αστειεύεται. Ο Όλαφ όμως ήταν απλά ένα βόδι, ερωτευμένος με τη Βικτώρια τη Μαλτέζα, αυτή που χε υπό την προστασία του ο πιο άγριος ταύρος της περιοχής. Κι η αλήθεια είναι πως ο Όλαφ δεν ήξερε αν θα γινόταν ποτέ κι ο ίδιος ταύρος ή αν ο κτηνοτρόφος του είχε αποφασίσει διαφορετικά και θα πέθαινε βόδι. Ήξερε όμως πως ποτέ δε θα επιδείκνυε τα κατορθώματά του και δε θα εξέθετε τα θηλυκά ζώα της στάνης του. Αυτές με τις οποίες βόσκουν στα ίδια λιβάδια και μοιράζονται τις ίδιες ανησυχίες για τη μέρα εκείνη που θα πάνε στο σφαγείο. Έτσι ο Όλαφ τέλειωσε το ποτό του κι έφυγε, ανήσυχος για το αν θα γίνει ποτέ ταύρος για τη Βικτώρια, μα ήσυχος που δε θα γίνει τράγος.

Ή μήπως όχι;

Πόσο πολύπλοκο πλάσμα είναι ο άνθρωπος! Αντικειμενικά είμαστε κάμποσες ενώσεις της οργανικής χημείας, απ’ αυτές με βάση τον άνθρακα και με συστατικά που εκτοξεύτηκαν σε εκρήξεις υπερκαινοφανών αστέρων που καταλήγουν σε τρία κιλά σάρκα, οστά, όργανα, άντε και λίγες τρίχες, που το μόνο που χρειάζονται είναι οξυγόνο, τροφή και να περιφέρονται κοντά σ’ ένα άστρο, περιτριγυρισμένοι από νερό. Όλα ωραία και απλά ως εδώ. Ως τη στιγμή που αυτά τα τρία κιλά πάνε σπίτι και χρειάζονται ένα κρεβατάκι, ένα μπανιερό, πέντε διαφορετικά μπιμπερό, πιπίλες, καρεκλάκια, αλλαξιέρες, πλύσιμο, άλλαγμα, κρέμες, πάνες, χαλαρωτική μουσική, την προσοχή και την αγκαλιά όλων. Όλα αυτά μέσα στη πρώτη μέρα της ζωής του, ως ένας ακόμη από το ανθρώπινο είδος.

Οι ανάγκες του αυξάνονται εκθετικά στο πέρασμα κάθε μέρας και τελικά αυτό είναι το μόνο που μας διαχωρίζει από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο. Κι όταν την πρώτη μέρα είναι εκατό και την δεύτερη γίνονται διακόσιες, φαντάζεστε πόσες γίνονται μετά από 38 επί 365 ημέρες. Κι εκείνη τη μέρα που το πλήθος των αναγκών σου τείνει στο άπειρο σου ζητάνε να επιλέξεις τρία έμψυχα ή άψυχα χωρίς τα οποία δε μπορείς να κάνεις στη ζωή. Και σαν ώριμος, συγκροτημένος κι ισορροπημένος άνθρωπος, τα έχεις βρει μέσα σε ένα λεπτό, κι εσύ και οι άλλοι που συμμετέχουν στην ίδια συζήτηση. Και συμφωνείτε όλοι μαζί, και μοιράζεστε πολλά απ’ αυτά. «Μα φυσικά, κι εγώ δε θα μπορούσα να κάνω χωρίς παρέα και χωρίς κινητό!», κι ένα δευτερόλεπτο μετά συνειδητοποιείς πως κανείς σας δεν ανέφερε την αγάπη, τον έρωτα, την αποδοχή και ποιος ξέρει και πόσα εκατομμύρια άλλα, πολύ πιο σημαντικά από τον καφέ που σκέφτηκες πρώτο – πρώτο.

Και κάπου εκεί αναρωτιέσαι πότε έγινες τόσο επιφανειακός και τρομάζεις απ’ τα δισεκατομμύρια των αναγκών που έχεις ή μάλλον που απέκτησες, από εκείνη τη πρώτη μέρα που σε κατέταξαν στους ανθρώπους κι όχι στα χρυσόψαρα. Ψάχνεις να βρεις τον ένοχο, αυτούς που σε ‘φέραν σ’ αυτή τη θέση, αυτούς που σ’ έριξαν στον αγώνα να θέλεις, να ζητάς, να αποκτάς. Πας πίσω στη ζωή σου κι εκεί που σκέφτεσαι ότι εσύ φταις, ρίχνεις μετά το φταίξιμο στους γονείς σου. Το σκέφτεσαι λίγο περισσότερο κι αναγκάζεσαι να αλλάξεις αιώνα και μετά χιλιετίες, ώσπου οι προϊστορικές σου γνώσεις δεν επαρκούν για να εντοπιστεί η αρχή του κακού και καταριέσαι εκείνη τη σούπερ νόβα, που όσο κι αν κοιταχτείς στον καθρέφτη δε βλέπεις καμία ομοιότητα μαζί της.

Μένει όμως ένα πράγμα, να σκεφτείς πως γεννήθηκες σε μια σπηλιά, αποκλεισμένος από τα πάντα, μόνος, με τροφή, νερό και θερμότητα. Τι θα ήταν τότε αυτό το μόνο ένα πράγμα που θα ζητούσες και θα αποκτούσες μόνος σου; Όλες οι σκέψεις καταλήγουν σε ένα, την αμφισβήτηση, αυτό είναι το μόνο χωρίς το οποίο δε θα μπορούσες να ζήσεις, ή μήπως όχι; 

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε